Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

Η ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ 3ΗΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1843-44




  


Η ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ 3ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1843-44.
ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ.
                          Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ


   Το μελέτημα, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 150 χρόνων ελληνικού συνταγματικού βίου, τυπώθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων το 1994 σε τεύχος 20 σελίδων και διανεμήθηκε μαζί με το φωτομηχανικής αναπαραγωγής χειρό­γραφο του Συντάγματος του 1844 στους παραλήπτες του, τους επισήμους και τα 20.000 ελληνικά σχολεία του εσωτερικού και του εξωτερικού. Εδώ δημο­σιεύεται βελτιωμένο. Από το μελέτημα μπορεί να ληφθεί διδακτικό υλικό για την οργάνωση της διδακτικής ενότητας η οποία έπεται αυτής που αναπτύχθηκε στο δοκίμιο «Η ιστορία στις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης Παράδειγμα: Όθων. Αντιβασιλεία, 1833-1835».



Εισαγωγικό σημείωμα: Επανάσταση ή πραξικόπημα η 3η Σεπτεμβρίου 1843;


1. Στοιχεία δομικής ανάλυσης. Εντοπίζεται στη μακρά διάρκεια η σύγκρουση που σοβεί παλαιού (των εμπειριών από τις οθωμανικές πρακτικές διακυβέρνησης με τις οποίες είχαν ζυμωθεί πρόκριτοι και οπλαρχηγοί) και νέου (αντιλήψεις περί κράτους που κομίζουν δυτικής παιδείας Έλληνες πολιτικοί και φιλέλληνες στη διάρκεια των επτά πρώτων χρόνων της Επανάστασης (1821-1827), ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1831), η Αντιβασιλεία, ο Όθων και οι Βαυαροί συνεργάτες του κατά τη μοναρχική περίοδο της βασιλείας του (1833-1843), η οποία έκλεισε με την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου.


2. Στοιχεία ανάλυσης της συγκυρίας. Γίνεται αναφορά στη δυσμενή οικονομική, κυρίως δημοσιονομική, κρίση των ετών 1839-1843 και στην όξυνση του Ανατολικού ζητήματος μετά το 1839.


3. Προετοιμασία και εκδήλωση του γεγονότος. Το γεγονός της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, επειδή με αυτό επήλθε σημαντική πολιτειακή μεταβολή, έχει περισσότερο χαρακτηριστικά επανάστασης παρά πραξικοπήματος, που οργάνωσαν οι πολιτικοί Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Ιωάννης Κωλέττης, Ανδρέας Μεταξάς και Ανδρέας Λόντος και έφερε σε πέρας ο στρατός με επικεφαλής τον συνταγματάρχη πυροβολικού Καλλέργη. Και στις δύο φάσεις της προετοιμασίας και της εκτέλεσης σημαντική υπήρξε και η συμβολή του Γιάννη Μακρυγιάννη. (Την ανάλυση των όρων κίνημα, πραξικόπημα, εξέγερση, επανάσταση βλ. στο δοκίμιο "Το δίλημμα του 1910: Συνταγματική ή Αναθεωρητική;'').




Α΄. ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΗΣ ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ (1843-1844)

   Την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 μεθόδευσαν οι τρεις αρχηγοί των τότε πολιτικών κομμάτων Αλέξανδρος Μαυροκορδά­τος, Ιωάννης Κωλέττης και Ανδρέας Μεταξάς, ο πολιτικός Ανδρέας Λόντος και ο συνταγματάρχης της Φάλαγγας Γιάννης Μακρυγιάννης. Την έφερε σε πέρας επικεφαλής στρατιωτικών μονάδων της Αθήνας ο συνταγματάρχης Δημήτριος Καλλέργης. Το γεγονός άνοιξε τον δρόμο της μετάβασης από την απόλυτη στη συνταγματική βασιλεία. Υπό το κράτος των περιστάσεων, ο βασιλιάς Όθωνας δέχτηκε να υπογράψει το διάταγμα για την προκήρυξη εκλογών, με τις οποίες θα αναδεικνύονταν οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι που θα συνέτασσαν ως εθνοσυνέλευση το σύνταγμα. Η εκλογή τους διενεργήθηκε, για τελευταία φορά, μέσω εκλεκτόρων με τον καποδιστριακό νόμο που προέβλεπε την έμμεση εκλογή. Στο Μεσολόγγι, π.χ., σύμφωνα με σχετικό έγγραφο, οι εκλέκτορες συνήλθαν στις 17 Σεπτεμβρίου στην εκκλησία και εξέλεξαν δύο, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Σπυρίδωνα Τρικούπη (Gunnar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936, τ. 1, Αθήνα, 2004, σ. 263-264).

   Η εθνοσυνέλευση συνήλθε στις 8 Νοεμβρίου και μετά εβδομήντα πέντε συνεδριάσεις περάτωσε τις εργασίες της στις 18 Μαρτίου 1844. Σε μια από τις πρώτες συνεδριάσεις της (ΙΑ΄, 24 Νο­εμβρίου 1843) ο πληρεξούσιος Τρίπολης Ρήγας Πα­λαμήδης, ένθερμος υποστηρικτής των αρχών της 3ης Σεπτεμβρίου, εισηγήθηκε και τελικά, παρά τις αντιρρήσεις όσων ήθελαν να αποφύγουν την απροσχημάτιστη αναφορά στην επανάσταση, πέτυχε η εθνοσυνέλευση να ονομαστεί Η της Γ΄ Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις. Τον τίτλο αυτό φέρουν και τα πρακτικά της.

1. Η πανηγυρική έναρξη

   Την πρώτη ημέρα, 8 Νοεμβρίου (συνεδρίαση Α΄), οι πρώτοι 141 πληρεξούσιοι εξέλεξαν προσωρινό πρόεδρο της εθνοσυνέλευσης τον Πανούτσο Νοταρά, πληρεξούσιο Κορίνθου, ως πρεσβύτερο, και προσωρινό γραμματέα τον Σπυρίδωνα Κοπανίτσα, πληρεξούσιο Μυστρά, ως νεότερο. Μετά την ορκωμοσία των πληρεξουσίων προσήλθε στην αίθουσα της εθνοσυνέλευσης ο Όθων και κήρυξε, σε πανηγυρική ατμόσφαιρα, την έναρξη των εργασιών της. Στον λόγο του, υποστήριξε ότι αντιλαμβάνεται τη σύγκληση εθνοσυνέλευσης για την ψήφιση συντάγματος ως μια αποδεκτή από το ελληνικό έθνος και τον βασιλιά συμφωνία που καθορίζει τους όρους της διακυβέρνησης και εξασφαλίζει τη διαρκή πολιτική σταθερότητα. Πολλοί πληρεξούσιοι εξέφρασαν την ενόχλησή τους, επειδή στον βασιλικό λόγο, αν και αναφέρθηκαν θεσμοί της περιόδου της απολυταρχίας ως ελεύθεροι, προδρομικοί του συντάγματος (δημοτικές αρχές, επαρχιακά συμβούλια, ορκωτά δικαστήρια), αποσιωπήθηκαν τα πριν από τη βασιλεία συντάγματα στη διάρκεια της επανάστασης του 1821, όπως και το γεγονός της 3ης Σεπτεμβρίου.

2. Η νομιμοποίηση των πληρεξουσίων

   Όσοι πληρεξούσιοι έφτασαν στην πρωτεύουσα πριν από την έναρξη της εθνοσυνέλευσης, συνήλθαν στις 5 Νοεμβρίου και εξέλεξαν μια δεκαπενταμελή επιτροπή από ομοίους τους. Ονομάστηκε Η επί της εξετάσεως των εφοδιαστικών εγγράφων επιτροπή. Με ανακοίνωση της ίδιας ημέρας καλούσε τους πληρεξουσίους στο Συμβούλιο της Επικρατείας να παρουσιάσουν τα πληρεξούσια έγγραφά τους, προκειμένου να νομιμοποιηθούν ως πληρεξούσιοι (Εφημερίς Καρτερία, Έκτακτον Παράρτημα, 6 Νοεμβρίου 1843). Τις αποφάσεις της επιτροπής έκρινε η εθνοσυνέλευση. Η επιτροπή με εισηγητή τον Διομήδη Κυριακού, πληρεξούσιο Σπετσών, παρουσίασε στην εθνοσυνέλευση την έκθεση και τα πρακτικά της στις 20 Νοεμβρίου (συνεδρίαση Η΄). Έγιναν αμετάκλητα δεκτά στις 24 Νοεμβρίου (συνεδρίαση ΙΑ΄). Ύστερα από συζητήσεις, αποδέχθηκαν ως πληρεξουσίους όχι μόνο όσους εκπροσωπούσαν τις επαρχίες του ελληνικού κράτους, αλλά και μερικές περιοχές πέρα από τα όριά του, που είχαν πάρει μέρος στην επανάσταση του 1821: οι εκπρόσωποι των ‘‘σωματείων’’ των εποίκων Θεσσαλών, Μακεδόνων, Ηπειρωτών, Κρητών, Σουλιωτών, Ασπροποταμιτών, Αρτινών, Ψαριανών, Σαμίων, Χίων, Κασίων και, ένας, των Βουλγάρων, Σέρβων και Θρακών. Απορρίφθηκε η κατ’ εξαίρεση εκπροσώπηση των Κυδωνιέων που, όπως υποστηρίχθηκε, δεν είχαν επαναστατήσει το 1821. Σταδιακά, ο αριθμός των πληρεξουσίων, με την αναγνώριση και άλλων σε επόμενες συνεδριάσεις, έφτασε τους 243. Οι 37 ήταν έποικοι ετερόχθονες από τόπους εκτός του ελληνικού κράτους αλλά εγκατεστημένοι εντός των ορίων του.

3. Η σύνταξη του κανονισμού των συνεδριάσεων

   Στις 9 Νοεμβρίου (συνεδρίαση Β΄) από την εθνοσυνέλευση εκλέχτηκε πε­νταμελής επιτροπή, Η διά την σύνταξιν του κανονισμού των συνεδριάσεων επιτροπή. Ο κανονισμός, από 58 άρθρα, συζητήθηκε και εγκρίθηκε σε τρεις συνεχείς συνεδριάσεις (Γ΄, Δ΄ και Ε΄) από τις 15 ως τις 17 Νοεμβρίου (τελική ψήφιση στις 19 Νοεμβρίου, συνεδρίαση Ζ΄). Ο εισηγητής του Αθανάσιος Πετσάλης, πληρεξούσιος Χαλκίδας, κατά την παρουσίαση του σχεδίου του κανονισμού, ανέφερε ως πηγές τους κανονισμούς της Ελλάδας, της Γαλλίας και του Βελγίου. Το άρθρο 1 – και στο σχέδιο – προέβλεπε έναν πρόεδρο της εθνοσυνέλευσης, τέσσερις αντιπροέδρους και τέσσερις γραμματείς. Η διάταξη για τέσσερις αντιπροέδρους ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας. Απέβλεπε στη διατήρηση του ενωτικού κλίματος στην εθνοσυνέλευση με την εκλογή στις θέσεις αυτές των τριών αρχηγών των κομμάτων, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, πληρεξουσίου Μεσολογγίου, του Ανδρέα Μεταξά, πληρεξουσίου Ζυγού Αιτωλίας, και του Ιωάννη Κωλέττη, πληρεξουσίου Ναυπλίας, και ενός ακόμη πολιτικού, από τους πρωτεργάτες της 3ης Σεπτεμβρίου, του Ανδρέα Λόντου, πληρεξουσίου Αιγίου. Πράγματι, η εκλογή τους έγινε στις 18 Νοεμβρίου (συνεδρίαση ΣΤ΄) με την παραπάνω σειρά (έλαβαν 155, 149, 147 και 143 ψήφους αντίστοιχα). Ο Πανούτσος Νοταράς, ο οποίος εκλέχτηκε πρόεδρος (με ψήφους 216), διατήρησε το αξίωμα, χωρίς να το ασκήσει λόγω ηλικίας (ήταν 103 ετών). Πραγματικός πρόεδρος της εθνοσυνέλευσης υπήρξε ως πρώτος αντιπρόεδρος ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Προεδρεύοντας σχεδόν πάντοτε, φρόντιζε κατά τις συζητήσεις να αποφεύγονται ακραίες τοποθετήσεις, όπως επίσης συνέβαλλε μαζί με τους γραμματείς στην τελική διατύπωση των πρακτικών, για να κρατηθούν σε ένα επίπεδο και για να μην περιληφθούν σ’ αυτά άστοχες φράσεις, που κυρίως θα έθεταν σε δοκιμασία τις σχέσεις της εθνοσυνέλευσης με τον βασιλιά. Χάρη στους χειρισμούς του, αλλά και με τη συμπαράσταση των άλλων αντιπροέδρων και αρκετών πληρεξουσίων ανάλογης παιδείας, ψηφίστηκαν μετριοπαθείς διατάξεις ως προς το πολίτευμα, αποδεκτές από τον Όθωνα, την τότε πολιτική ηγεσία και τις δύο από τις τρεις προστάτιδες δυνάμεις, την Αγγλία και τη Γαλλία, που το πολίτευμά τους ήταν η συνταγματική μοναρχία. Εύγλωττα για τον ρόλο τους είναι τα γραφόμενα σε άρθρο της εφημερίδας Αθηνά (αριθμός 1077, 15 Δεκεμβρίου 1843): «Η όλως από εθνισμόν και φιλοπατρίαν κινουμένη Μαρατική Ελ­πίς μας υβρίζει, διότι δεν εξυβρίσαμεν και ημείς τον απεσταλμέ­νον εις τας συμμάχους Δυνάμεις από μέρους του Βασιλέως της Βαυαρίας Πρί­γκιπα Βαλλερστέιν, ή και διότι τον ευχαριστήσαμεν, εις το περί των βάσεων του Συντάγματός μας συνταχθέν εσχάτως εις Λονδίνον Πρωτόκολλον, βάσεις, αίτινες καθ’ ημάς, φέρουσιν όλην την ειλικρίνειαν, και αίτινες υπαγορευόμεναι από την πείραν μας επιδαψιλεύουν τα συνταγματικά καλά των δύω μεγάλων επικρατειών Αγγλίας και Γαλλίας, μας απαλλάττουν δε και από τα αμαρτή­ματα εκείνα, τα οποία η πείρα απεδοκίμασεν […]».

   Ως γραμματείς εκλέχτηκαν οι Δρόσος Ν. Δρόσος, πληρεξούσιος Τήνου, Κωνσταντίνος Θ. Κολοκοτρώνης, πληρεξούσιος Καρύταινας, Γεώργιος Αινιάν, πληρεξούσιος Υπάτης, και Γκίκας Δοκός, πληρεξούσιος Ύδρας (με 121, 108, 99 και 83 ψήφους αντίστοιχα).

4. Η απάντηση στον βασιλικό λόγο

   Στις 23 Νοεμβρίου 1843 (συνεδρίαση Γ΄) από την εθνοσυνέλευση συστήθηκε, για να απαντήσει στον λόγο του Όθωνα, επταμελής επιτροπή, Η διά την σύνταξιν της απαντήσεως εις τον λόγον του βασιλέως επιτροπή. Η εκλογή των μελών της πραγματοποιήθηκε σης 25 Νοεμβρίου (συνεδρίαση IB΄). Σχέδιο της απάντησης κατέθεσε στις 4 Δεκεμβρίου (συνεδρίαση ΙΣΤ΄): ήταν ήπιας και προσεκτικής διατύπωσης, για να αποφευχθεί οποιαδήποτε νέα προστριβή με τον βασιλιά, αφού με τη σύγκληση της εθνοσυνέλευσης είχε διαγραφεί η πολιτική λύση που είχε επιλεγεί. Στην επόμενη συνεδρίαση (ΙΖ΄, της 6ης Δεκεμβρίου) ο εισηγητής Κωνσταντίνος Ζωγράφος, πληρεξούσιος Καλαβρύτων, διευκρίνισε ότι η επιτροπή «δεν ενόμισεν έργον της να δώσει εις την απάντησιν ούτε διακηρύξεως, ούτε διαμαρτυρήσεως χαρακτήρα [...]». Και για να καμφθούν οι αντιδράσεις, πιθανόν και η ρήξη, προχώρησε, παρά τον κανονισμό και με την ανοχή του προέδρου και παρά τις διαμαρτυρίες, στην ανάγνωση σχεδίου ψηφίσματος επαίνου και ευγνωμοσύνης προς όλους τους δημιουργούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς, στην πρωτεύουσα και στην επαρχία, της αξιομνημόνευτης μεταβολής της 3ης Σεπτεμβρίου. Επιπλέον, χορηγούνταν στους αξιωματικούς της φρουράς της πρωτεύουσας ο εν ενεργεία μισθός διά βίου. Το ψήφισμα έγινε δεκτό, αλλά για την τελική απάντηση στον βασιλικό λόγο, ελαφρά τροποποιημένη, απαιτήθηκαν δύο ακόμα συνεδριάσεις (ΙΗ΄ και ΙΘ΄, 7 και 8 Δεκεμβρίου).

   Παρόλο που το μορφωτικό επίπεδο των περισσότερων πληρεξουσίων του έθνους ήταν χαμηλό, όπως συνάγεται ακόμη και από τις υπογραφές τους στα χειρόγραφα των πρακτικών της εθνοσυνέλευσης και του συντάγματος, για την τελική διατύπωση επίμαχων ζητημάτων και άρθρων απαιτήθηκε πολύς χρόνος, μέχρι να καμφθούν απόψεις που κρίνονταν ότι διατάρασσαν το συναινετικό κλίμα ή τη συνταγματική δεοντολογία. Στο σύνολο των συνεδριάσεων διακρίθηκαν ως αγορητές οι υπέρμαχοι των αρχών της 3ης Σεπτεμβρίου Ρήγας Παλαμήδης, πληρεξούσιος Τρίπολης, ο Αθανάσιος Πετσάλης, πληρεξούσιος Χαλκίδας, ο Παναγιώτης Γ. Ρόδιος, πλη­ρεξούσιος Ναυπλίου, ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου Χριστόδουλος Κλονάρης, πληρεξούσιος των εποίκων Ηπειρωτών, και ο Κωνσταντίνος Κωνστάκης, πληρεξούσιος Πατρών. Από αυτούς ο Αθανάσιος Πετσάλης κατέθεσε νέο σχέδιο απάντησης, το οποίο, ωστόσο, δεν έγινε δεκτό: επικαλέσθηκαν τον κανονισμό, σύμφωνα με τον οποίο μόνο τροπολογίες μπορούσαν να συζητηθούν. Αλλά και η τροπολογία που έγινε δεκτή, του Κωνσταντίνου Αξελού, πληρεξουσίου των εποίκων Θεσσαλών, στο τέλος έμεινε και αυτή αγνώριστη. Οι πληρεξούσιοι αναγνωρίζουν, υποστήριξε ο Αξελός, ότι οι δεσμοί, οι οποίοι συνέδεσαν τον ελληνικό λαό με το βασιλιά του και χαλαρώθηκαν από λυπηρές περιστάσεις ανεξάρτητες από την αγαθή πρόθεση του βασιλιά και τις ευχές του έθνους, αποκαταστάθηκαν πια διά παντός αδιάρρηκτοι από της ευτυχούς εκείνης ημέρας (εννοείται της 3ης Σεπτεμβρίου). Αρχικά με τη σύμφωνη γνώμη του, η φράση «δεσμοί χαλαρωθέντες» διατυπώθηκε προσεκτικότερα, «δεσμοί κινδυνεύσαντες να χαλαρωθώσιν», και στο τέλος ο προεδρεύων Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και αυτή ακόμη την «πρεπωδεστέραν διατύπωσιν» την κατένειμε σε δύο παραγράφους της οριστικής απάντησης προς τον βασιλιά.

   Παίρνοντας τον λόγο ο Μαυροκορδάτος, σύμφωνα με τα πρα­κτικά της εφημερίδας Άγγελος, βεβαίωνε «το ακροατήριον ότι η εννέα ετών διατριβή του εις τα έθνη όπου εξενιτεύθη εις την μα­κράν περιοδείαν του (εννοών από το 1835 μέχρι σήμερον), τον εδίδαξαν να μεταχειρισθή αυτήν την γλώσσαν εις την σύνταξιν της απαντήσεως δηλ. να εννοώνται τα πράγματα διά άλλων εκφρά­σεων χωρίς να μεταχειρισθή εκ του προφανούς με ρητήν φράσιν την 3ην Σεπτεμβρίου [...]. Τα γράμματα όπου εμάθομεν εννέα έτη αποπλανώμενοι εις τα έθνη, μας εδίδαξαν να μεταχειρισθώμεν μίαν τοιαύτην γλώσσαν» (Εφημερίδα Άγγελος, αριθμός 43, 10 Δεκεμβρίου 1843, σ. 3. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος διετέλεσε πρεσβευτής της Ελλάδας επί εννιά έτη, από το 1834 ως το 1843, διαδοχικά στο Μόναχο και Βε­ρολίνο, ταυτόχρονα, στο Λονδίνο και στην Κων­σταντινούπολη· ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΟΥΚΟΣ, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Αθήνα, Τα Νέα, 2010, σ. 56 κ.ε.). Για να αποτραπούν τα δυσάρεστα, χρειάστηκε να λάβει τον λόγο και ο πρωθυπουργός Ανδρέας Με­ταξάς, ενώ ο Ιωάννης Κωλέττης, με άλλους τρεις, ούτε την τρο­πολογία Αξελού δεν ψήφισε. Ακόμη και ο Γιάννης Μακρυγιάννης, πληρεξούσιος Αθηνών, από τους πρωτεργάτες της 3ης Σεπτεμ­βρίου, τήρησε ανάλογη στάση. Όταν ο Λύσανδρος Βιλαέτης, πλη­ρεξούσιος Πύργου, είπε ότι πρέπει να εξηγήσουμε, γιατί έγινε επανάσταση κατά του θρόνου και αποδοκιμάστηκε, ο Μακρυγιάν­νης πήρε τον λόγο και ανέπτυξε τη θεωρία του ‘‘μεσότοιχου’’: «Τι επανάστασιν μας λέγει ο κύριος Λύσανδρος; Υπήρχε μεσότοιχος μεταξύ έθνους και βασιλέως. Ο βασιλεύς δεν ήκουε, του τα εξη­γούσαν φράγκικα οι σύμβουλοί του, όσα εφώναζαν οι δημοσιο­γράφοι, οι προκομμένοι, όλοι μας εν γένει τώρα θέλομεν να τα λέγωμεν εις το εξής ελληνικά, διά να μας καταλαμβάνη. Τον αγαπώμεν όλοι, διότι τώρα μας ακούει» (Εφημερίδα Ελπίς, αριθμός 100 και 101, 12 Δεκεμβρίου 1843, σ. 412).

5. Η σύνταξη του συντάγματος

   Στις 23 Νοεμβρίου (συνεδρίαση Ι΄) επίσης συστήθηκε Η προς την σύνταξιν του συντάγματος επιτροπή, από 21 μέλη. Η εκλογή τους πραγματοποιήθηκε στις 26 Νοεμβρίου (συνεδρίαση ΙΓ΄, του 21ου μέλους μετά νέα καταμέτρηση των ψήφων την επομένη). Η ολοκλήρωση των εργασιών της αναγγέλθηκε σης 28 Δεκεμβρίου (συνεδρίαση KB΄). Από τους τέσσερις εισηγητές της, τον Λέοντα Μελά, πληρεξούσιο των εποίκων Ηπειρωτών, τον Ιωάννη Κ. Δαμιανό, πληρεξούσιο Ύδρας, τον Διομήδη Κυριακού, πληρεξούσιο Σπετσών, και τον Παναγιώτη Χαλκιόπουλο, πληρεξούσιο Γαστούνης, στις 3 Ιανουαρίου 1844 (συνεδρίαση ΚΓ΄) τη συζήτηση άνοιξε ως γενικός εισηγητής ο πρώτος. Υποστήριξε ότι η επιτροπή έλαβε υπόψη για τη σύνταξη του προτεινόμενου σχεδίου συντάγματος την ηθική και υλική κατάσταση, τον εθνικό χαρακτήρα, την πολιτική ιστορία των Ελλήνων, τα προγενέστερα ελληνικά συντάγματα και τα συντάγματα ευνομούμενων χωρών με συνταγματική μοναρχία, το γαλλικό και βελγικό (βλ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΠΠΑΔΟΥΚΑΣ, Ιππόδαμος. Αρχαί του συνταγματικού δικαίου, ή το ελληνικόν σύνταγμα σχολιασμένον, εν Αθήναις, 1848). Αναφέρθηκε στην επικρατούσα θρησκεία, στη θρησκευτική ανοχή, στο αυτοκέφαλο της εκκλησίας, στην ισότητα απέναντι στον νόμο, στη δίκαιη κατανομή των φόρων, στα ατομικά και συνταγματικά δικαιώματα, στη διάκριση των τριών εξουσιών, στην καθιέρωση βουλής και γερουσίας. Το δεύτερο αυτό νομοθετικό σώμα, του οποίου τα ισόβια μέλη δεν εξέλεγε ο λαός αλλά διόριζε ο βασιλιάς, κρίθηκε αναγκαίο με το επιχείρημα ότι στην επιτροπή δόθηκε εντολή να συντάξει πολίτευμα «συγκερασμένον και ουχί δημοκρατικόν», καθώς το δεύτερο «νομίζεται επικίνδυνον εις νεαρά προς τον πολιτισμόν έθνη». Στη συνέχεια ο Λέων Μελάς αναφέρθηκε στο δικαίωμα της βουλής και της γερουσίας να προτείνουν νόμους, στο απαραβίαστο του προσώπου του βασιλιά και στην ευθύνη των υπουργών, στην ισοβιότητα των δικαστών, στην υπαγωγή των πολιτικών εγκλημάτων στη δικαιοδοσία των ορκωτών δικαστηρίων κτλ.

   Η συζήτηση επί του σχεδίου του συντάγματος πραγματοποιήθηκε σε τριάντα συνεδριάσεις (ΚΓ΄-ΝΖ΄, 3 Ιανουαρίου ως 19 Φεβρουαρίου 1844). Οι πληρεξούσιοι ανήκαν στα τρία τότε κόμματα, το ‘‘ρωσικό’’ το ‘‘γαλλικό’’ και το ‘‘αγγλικό’’. Η τήρηση του κανονισμού κατά τις συζητήσεις, η συμφωνία των αρχηγών των κομμάτων για συναινετική ψήφιση του συντάγματος και προσεκτική καταγραφή στα πρακτικά των αγορεύσεων, δεν επιτρέπει να παρακολουθήσουμε πλήρως τις διαφορετικές τοποθετήσεις (Για τα κόμματα και τις ιδεολογικές θέσεις τους στην εθνοσυνέλευση, βλ. Gunnar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, ό.π., τ. 1, σ. 252-264). Γι’ αυτό τα πρακτικά τα τηρούμενα από τις εφημερίδες και η αρθρογραφία τους, στην οποία μεταφέρονται και οι διαφορετικές τοποθετήσεις, έχουν ιδιαίτερη αξία. Στις τρεις πρώτες συνεδριάσεις διαμορφώθηκαν τα δύο πρώτα άρθρα τα σχετικά με τη θρησκεία. «Η ανατολική ορθόδοξος» εκκλησία αναγνωριζόταν ως «επικρατούσα θρησκεία», ως «αναποσπάστως ηνωμένη δογματικώς μετά της εν Κωνσταντινουπόλει μεγάλης […]» και ως «αυτοκέφαλος, ενεργούσα ανεξαρτήτως πάσης άλλης εκκλησίας τα κυριαρχικά της δικαιώματα […]» (άρθρα 1 και 2 του συντάγματος). Περισσότερο σε αυτές τις συνταγματικές διατάξεις απηχούνται οι απόψεις του ‘‘ρωσικού’’ κόμματος και του κύριου εκφραστή του επί αυτών των θεμάτων Μιχαήλ Γ. Σχινά, πληρεξούσιου Κορώνης και γραμματέα (: υπουργού) επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.

   Με δύο άρθρα η εφημερίδα Αθηνά (αριθμός 1079 και 1080, 25 και 28 Δε­κεμβρίου 1843) επιτίθεται εναντίον του Μιχαήλ Σχινά και ορισμένων αρχιε­ρέων:  Έπαρουσιάσθη διά να δώση χείρα αρωγόν προς τους φαρισαίους υποκρι­τάς […] καί τινες άγιοι [παρουσιάστηκαν στην επιτροπή για τη σύνταξη του συντάγματος], διά να την πείσουν να αναγνωρίση ως καλά και άγια, όσα αν λέγουν, πράττουν και προτίθενται να πράξουν, διά να καθιερωθώσι ταύτα και εις το Σύνταγμα. […] Τι ζητούν οι άγιοι να ανακατώσουν εις τα κοσμικά με τα θρησκευτικά […] Ο σκοπός της Συνόδου είναι καθαρός πολιτικός, και αν αναφέρεται επί κεφαλής του συντασσομένου συντάγματος η θρησκεία μας, τούτο χρησιμεύει ως απλούν χαρακτηριστικόν, διότι, τω όντι, εν από τα κύρια χαρακτηριστικά του Ελληνικού έθνους είναι και η της ανατολικής του Χριστού εκκλησίας θρησκεία του. […] αλλ’ όχι, ας μη απατώμεθα, οι άγιοί μας […] δεν ζητούν άλλο ειμή να συστήσουν κράτος εν Κράτει∙ ζητούν κυριαρχίαν κο­σμικήν διά να φέρουν την κοινωνίαν μας άνω κάτω∙ ζητούν να είναι όνομα και πράγμα δεσπόται του πτωχού λαού, να τον γυμνώσουν, να τον πιέζουν και να πράττουν όσα και προ της επαναστάσεώς μας […]».

   Ενώ η διάταξη περί αυτοκεφάλου, που προσδιόριζε τη διοικητική ανεξαρτησία της ελληνικής εκκλησίας εντός του πλαισίου του εθνικού κράτους και απέτρεπε την άσκηση οποιασδήποτε οθωμανικής ή ρωσικής επιρροής, ικανοποιούσε το ‘‘αγγλικό’’ κόμμα. Ο σκληρός πυρήνας, εξάλλου, του ‘‘ρωσικού’’ κόμματος, γνωστού για τις αντιδυναστικές του αντιλήψεις, επειδή ο Όθων αρνήθηκε να εγκαταλείψει το καθολικό δόγμα, προκάλεσε τη διατύπωση του άρθρου 40, το οποίο όριζε ότι «πας διάδοχος του Ελληνικού Θρόνου απαιτείται να πρεσβεύη την θρησκείαν της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας» που ψηφίστηκε παμψηφεί. Ανάλογα διατυπώθηκαν και τα άθρα 44 και 45, στα οποία ορίζεται ότι ο επίτροπος ανήλικου βασιλιά ή ο αντιβασιλέας «απαιτείται να είναι πολίτης Έλλην του Ανατολικού δόγματος» (συνεδριάσεις ΜΒ΄ και ΜΓ΄, 28 και 29 Ιανουαρίου 1844).

   Οι επόμενες δώδεκα συνεδριάσεις (ΚΣΤ΄-ΛΖ΄, 8-21 Ιανουαρίου) αναλώθηκαν στη συζήτηση του άρθρου 3, στη «διαφορά μεταξύ Έλληνος εν γένει και πολίτου», στη διαμάχη αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, δηλαδή στην προσπάθεια των πληρεξουσίων των προερχόμενων από τις επαρχίες του ελληνικού κράτους να απομακρύνουν από τα πολιτικά αξιώματα και τις δημόσιες θέσεις τους Έλληνες τους καταγόμενους από τόπους εκτός των ελληνικών συνόρων που δεν είχαν πάρει μέρος στην επανάσταση από το 1821 ως το 1827 (το 1827 θεωρούσαν οι Πελοποννήσιοι ως το τελευταίο έτος της Επανάστασης) και τελικά το 1829, το έτος των τελευταίων επιχειρήσεων στη Στερεά Ελλάδα.

   Η διαμάχη ήταν παλαιά (και ο νόμος Περί συστάσεως των Δήμων, άρθρο 9, το 1834 (ΦΕΚ 3/10(22)-1-1834) προέβλεπε: «Η ιδιότης και το δικαίωμα του δημότου αποκτώνται α. Διά της γεννήσεως..., β. Διά της κατατάξεως... Όσοι Έλληνες εν διαστήματι του υπέρ ελευθερίας αγώνος εγκατέλιπον τα ξένα μέρη όπου διέμενον, και μετέβησαν εις την Ελλάδα, καθώς και όσοι φιλέλληνες, συμμεθέξαντες του αγώνος...»). Και στην εθνοσυνέλευση το ζήτημα αυτοχθόνων και ετεροχθόνων είχε ήδη τεθεί από τις πρώτες συνεδριάσεις κατά την ψήφιση του κανονισμού της. Ο Δημήτρης Πλαπούτας, πληρεξούσιος Καρύταινας, είχε τότε ζητήσει (συνεδρίαση Ε΄, 17 Νοεμβρίου) μυστική ψηφοφορία κατά τη συζήτηση των πράξεων της εξεταστικής των πληρεξουσίων εγγράφων επιτροπής, που κυρίως αφορούσε τους ετερόχθονες, με το επιχείρημα ότι «οι συγγενείς των πληρεξουσίων κρέμανται από τας Γραμματείας [: υπουργεία]· πόθεν είναι; ούτε 20 είναι από την Ελλάδα» (Κ. Παντελης, Η της τρίτης Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική Συνέλευσις: Πρακτικά εκδοθέντα κατά στενογραφικάς σημειώσεις, Εκ του Τυπογραφείου ο «Ανεξάρτητος» του Π.Κ. Παντελή, Αθήναι, 1843, σ. 77-79).

   Στη διάρκεια της συζήτησης του άρθρου 3 και οι δύο πλευρές ανέδειξαν δεινούς ρήτορες, οι οποίοι πρόβαλαν νομικά, πολιτικά και εθνικά / συναισθηματικά επιχειρήματα. Ο Ιωάννης Κωλέττης, ο γνωστός πολιτικός αρχηγός και πληρεξούσιος Ναυπλίας, με την αγόρευσή του ξεπέρασε κάθε άλλον (συνεδρίαση ΛΑ΄, 14 Ιανουαρίου). Για να υποστηρίξει την ενότητα του έθνους, προσπάθησε να αποσπάσει το ακροατήριο από πρόσκαιρες μικρές επιδιώξεις. «Φρίττω, είπεν, ενθυμούμενος την ημέραν εκείνην, καθ’ ήν εδώσαμεν τον υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος όρκον, δι’ ού ωμόσαμεν να συνεισφέρωμεν τα πάντα, και αυτήν μας την ζωήν διά την ελευθερίαν της Ελλάδος. [...]· διά την γεωγραφικήν της θέσιν η Ελλάς είναι το κέντρον της Ευρώπης· ιστάμενη και έχουσα εκ μεν δεξιών την Ανατολήν, εξ αριστερών δε την Δύσιν, προώρισται, ώστε διά μεν της πτώσεως αυτής να φωτίση την Δύσιν, διά δε της αναγεννήσεως την Ανατολήν. Το μεν πρώτον εξεπλήρωσαν οι προπάτορες ημών, το δε δεύτερον είναι εις ημάς ανατεθειμένον· εν τω πνεύματι του όρκου τούτου και της μεγάλης ταύτης ιδέας είδον πάντοτε τους πληρεξουσίους του έθνους να συνέρχωνται [...]. Πόσον επεθύμουν να ήσαν παρόντες σήμερον Γερμανοί, Ζαΐμαι, Κολοκοτρώναι [...] και αυτοί οι δραξάμενοι τα όπλα […], διά να συνομολογήσωσι μετ’ εμού πόσον εμακρύνθημεν της μεγάλης εκείνης της πατρίδος ιδέας, την οποίαν εις αυτό του Ρήγα το τραγούδι είδομεν κατά πρώτον εκπεφρασμένην. Εν ενί πνεύματι τότε ηνωμένοι, όσοι είχομεν το επώνυμον Έλληνες, εκερδίσαμεν μέρος του όλου σκοπού· νυν δε ενασχολούμεθα εις ματαίας διακρίσεις Ελλήνων και Ελλήνων, χριστιανών και χριστιανών [...]». (Πρβλ. Κ.Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, «‘‘Της Μεγάλης ταύτης Ιδέας’’. Σχεδίασμα φιλολο­γικό», Ιατρολογοτεχνική Στέγη έτος Β΄ (Άνοιξη 1970), σ. 35-41. Ο Κωλέττης υποστήριζε και στο παρελθόν ότι η Ελλάδα ήταν προορισμένη να φωτίσει την Ανατολή: ΦΩΤΗΣ Α. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Βυζάντιο και νεοελληνική διανόηση στα μέσα του δεκάτου ενάτου αιώνος, Αθήνα, 1996, σε πολλά σημεία).

   Παρά τις εκκλήσεις για ενότητα, οι περισσότεροι πληρεξούσιοι των επαρχιών του ελληνικού κράτους έμειναν ως το τέλος ανυποχώρητοι. Αν και δεν μπόρεσαν τις θέσεις τους για την έννοια του πολίτη να τις καταστήσουν συνταγματική διάταξη στο άρθρο 3, πέτυχαν την έκδοση του β΄ ψηφίσματος, με το οποίο, πρόσκαιρα, απομακρύνονταν οι ετερόχθονες από τη δημόσια διοίκηση. Εξαιρέθηκαν μόνο όσοι υπηρετούσαν στον στρατό και στην εκπαίδευση.

   Το ψήφισμα (Πρακτικά της εν Αθήναις της τρίτης Σεπτεμβρίου Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως, Εκδοθέντα δημοσία δαπάνη, Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου, Τω αωμδ΄ έτει από Χ.γ., Ανατύπωση, Αθήνα, 1993, σ. 720-721) έχει ως εξής:

                                       «Ψήφισμα Β΄.

    Η της 3. Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις.

   Η Κυβέρνησις οφείλει αμέσως μετά την δημοσίευσιν του Συντάγματος να σχηματίση το προσωπικόν της δημοσίας υπηρεσίας διορίζουσα εκ των υπαγομέ­νων εις τας εξής κατηγορίας.

   α) Τους αυτόχθονας κατοίκους της Ελληνικής Επικρατείας και τους μέχρι τέλους του 1827 αγωνισθέντας εν αυτή, ή ελθόντας και διαμείναντας μέχρι του αυτού έτους∙ προς δε και τους λαβόντας στρατιωτικώς και αποδεδειγμένως μέρος και εις τας μετά ταύτα, ήτοι μέχρι του 1829 κατά ξηράν και θάλασσαν γενομένας κατά των εχθρών μάχας.

β) Τους μεταναστεύσαντας κατοίκους και τους αγωνιστάς των μερών της Στερεάς και των νήσων, των λαβόντων τα όπλα εις τον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα, ελθόντας μέχρι το 1837, και εγκατασταθέντας οικογενειακώς εις ένα των δήμων του Βασιλείου∙ και τα τέκνα όλων των εις τας ανωτέρω κατηγορίας υπαγομένων.

γ) Τους μη εμπεριλαμβανομένους εις τους δύο ανωτέρω παραγράφους η Κυ­βέρνησις οφείλει να μη διατηρήση, ουδέ να διορίση εις τας θέσεις της δημοσίας υπηρεσίας, ειμή τους μεν ελθόντας και εγκατασταθέντας εις την Ελλάδα μετά το τέλος του 1827 μέχρι τέλους του 1832 μετά δύο έτη από της δημοσιεύσεως του Συντάγματος∙ τους δε μετά το τέλος του 1832 μέχρι τέλους του 1837 μετά τρία έτη, και τους μετά το τέλος του 1837 μέχρι τέλους του 1843 μετά τέσσαρα έτη.

   Δεν υπάγονται εις τας ανωτέρω κατηγορίας γενικώς ο στρατός ξηράς και θαλάσσης, οι εκτός του Κράτους διοριζόμενοι εις διερμηνευτικάς και προξενικάς θέσεις, τας οποίας ο του αγώνος Έλλην δεν δύναται να αναπληρώση, και οι Καθηγηταί και διδάσκαλοι των εκπαιδευτικών καταστημάτων και των ωραίων τεχνών ως προς τας ειδικάς θέσεις των.

Β΄. Το παρόν ψήφισμα ισχύει ως εάν ήτο καταχωρημένον αυτολεξεί εις το σύνταγμα, και παράβασις αυτού εκ μέρους του Υπουργείου θεωρείται ως πα­ράβασις των όρων του συντάγματος».

   (Πρβλ. πώς θέτει το ζήτημα της ελληνικής ιθαγένειας η ΕΛΠΙΔΑ Κ. ΒΟΓΛΗ, ‘‘ Έλληνες το γένος’’. Η ιθαγένεια και η ταυτότητα στο εθνικό κράτος των Ελλήνων (1821-1844), Ηράκλειο, 2007, ιδιαίτερα στο κεφάλαιο 7: «Ελλήνων αυτοχθόνων πολιτεία»).

   Η στάση, ωστόσο, των αυτοχθονιστών, κυρίαρχων σ’ όλη τη διάρκεια της εθνοσυνέλευσης και κλειδί για την κατανόηση της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου, είναι ευεξήγητη: Αν και οι αυτόχθονες δεν ήταν αντίθετοι με την εγκατάσταση ετεροχθόνων στην Ελλάδα, μετά τη συγκρότηση του εθνικού κράτους και την απαίτηση για ομοιόμορφη εφαρμογή του νόμου από τη διοίκηση τα πράγματα άλλαξαν. Όσο ήταν κυβερνήτης ο Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1831) και στη δεκαετία της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα (1833-1843) υπηρετούσαν στη διοίκηση κατά κανόνα Έλληνες σπουδαγμένοι στην Ευρώπη, κυρίως ετερόχθονες, μετά το 1833 και αλλοδαποί, κυρίως Βαυαροί.

   Οι περισσότεροι αυτόχθονες, όλα αυτά τα χρόνια, ως το 1843,  αποκλείστηκαν από τις θέσεις της διοίκησης, επειδή δεν διέθεταν επαρκείς γραμματικές γνώσεις και παιδεία ευρωπαϊκού τύπου. Φορείς νοοτροπίας διαμορφωμένης στο οθωμανικό περιβάλλον, αδυνατούσαν να αποδεχθούν τις νέες αρχές κρατικής οργάνωσης. Οι άλλοτε ισχυροί τοπικοί παράγοντες, ανάμεσά τους και πολλοί πληρεξούσιοι, οι οποίοι επί οθωμανικού κράτους κατείχαν τα κοινοτικά και αρματολικά αξιώματα ή είχαν διακριθεί ως καραβοκύρηδες, δεν ήταν σε θέση όχι μόνο να αναδειχθούν στελέχη αλλά ούτε και να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις τους μέσω του νέου γραφειοκρατικού συστήματος. Μερικές φορές, μάλιστα, αντιμετωπίστηκαν με ειρωνεία και υπεροψία από τα όργανα του κράτους, τόσο που αισθάνθηκαν ξένοι στον ίδιο τους τον τόπο. Ιδιαίτερα όσοι ισχυροί κατά τόπους πρόκριτοι και οπλαρχηγοί διακρίθηκαν στα χρόνια της Επανάστασης, πίστευαν ότι, διώχνοντας τον κατακτητή, θα βελτίωναν την κοινωνική τους θέση και την πολιτική τους επιρροή στο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Οι προσδοκίες τους κατέρρευσαν. Καθώς ήταν άνθρωποι μιας άλλης εποχής, ο Καποδίστριας και η μοναρχία, παρά τη μετριοπάθεια με την οποία τους αντιμετώπισαν, τους κράτησαν σε απόσταση, με συνέπεια την πρόκληση μεγάλης δυσαρέσκειας. Ενόχληση είχε προκαλέσει και στους έλληνες αξιωματικούς και η ευνοϊκότερη αντιμετώπιση από τον νόμο των βαυαρών αξιωματικών. Για τους αυτόχθονες, άλλωστε, η χορήγηση μισθών – σε ορισμένες περιπτώσεις και εθνικής γης – σε ανθρώπους, οι οποίοι δεν πρόσφεραν καμιά υπηρεσία στον αγώνα ή η άσκηση της διοίκησης απρόσωπα, ήταν πρόκληση. Καθώς, όμως, την επομένη της 3ης Σεπτεμβρίου όλοι σχεδόν οι ξένοι είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τη χώρα, η οργή τους στρεφόταν πια μόνο κατά των ετεροχθόνων. Στη διάρκεια των εργασιών της εθνοσυνέλευσης, ένας πληρεξούσιος πήρε τον λόγο και ζήτησε να του συγχωρηθεί η έλλειψη ρητορικής ικανότητας, «διότι ότε οι Έλληνες ηγωνίζοντο, αυτός μετά των άλλων περιεπλανάτο εις τα όρη και όχι εις τας Ακαδημίας». Οι αυτόχθονες, άνθρωποι του παραδοσιακού κόσμου, στενών τοπικών οριζόντων και συμφερόντων, διαπίστωναν ότι οι εξουσιαστικές σχέσεις είχαν μετατοπιστεί σ’ ένα άλλο επίπεδο. Εκφερόταν πλέον ένας λόγος περίπλοκος τον οποίο με δυσκολία κατανοούσαν. Από πολιτισμική αντίσταση σε μια διαφορετική αντίληψη του κόσμου, από τοπικισμό με κύριο εκφραστή του αυτοχθονισμού τον ένθερμο τριτοσεπτεμβριανό υπουργό των εσωτερικών Ρήγα Παλαμήδη, πληρεξούσιο Τρίπολης, τήρησαν ανένδοτη στάση απέναντι στους ετερόχθονες. Η εφημερίδα Ελπίς (αριθμός 97 και 98, 28 Νοεμβρίου 1843) σε μακροσκελές  άρθρο της επέκρινε τους αρχηγούς των κομμάτων για την έλλειψη σθένους και τον Ρήγα Παλαμήδη για την ανένδοτη στάση του απέναντι στους ετερόχθονες. Μεταξύ άλλων και τα εξής για τον τελευταίο: «Ελησμό­νησεν ο Ρήγας Παλαμήδης, ότι και αυτή η γη […] καλύπτει οστά χιλιάδων Ηπειρωτών, Θεσσαλών, Μακεδόνων, Κρητών, Κωνσταντινουπολιτών, Σμυρ­ναίων, Κυδωνιέων […] ότι την θάλασσαν διέτρεχον […] και Κάσσιοι, και Καρ­πάθιοι, και Κυδωνιείς […], ελησμόνησε τέλος την ένδοξον Σάμον. […] Ποτέ δεν ηλπίζαμεν […] να διαφιλονεικήται ο πατριωτισμός του μη Τριπολιτζιώτου, του μη αυτόχθονος εις τόσον βαθμόν […]»). Πολύ περισσότερο υπήρξαν επιφυλακτικοί οι υποστηρικτές του αυτοχθονισμού απέναντι στην ευρωπαϊκή παιδεία και τη νέα πολιτική πρακτική, όταν γίνονταν αυτά το μέσο για να τους ξεπεράσουν ή όταν έρχονταν σε αντίθεση με τον δικό τους κόσμο και τις δικές τους ατομικές και συλλογικές επιδιώξεις. Με την αλλαγή του πολιτεύματος, αν και γνώριζαν ότι τα προβλήματα ήταν πολλά και σοβαρά, ήλπιζαν η πολιτική να μεταφερθεί σ’ ένα δημοκρατικότερο επίπεδο. Καθώς αυτά τα χρόνια αρκετοί αυτόχθονες άρχισαν να προσαρμόζονται στον νέο τρόπο διακυβέρνησης, πίστεψαν ότι ήταν πλέον καιρός να πάρουν μέρος στη νομή της εξουσίας ή να συνάπτουν σχέσεις με πρόσωπα και ομάδες που την ασκούσαν κοινών αντιλήψεων, φιλοδοξιών και συμφερόντων. Ανάλογα, αν και κάπως σχηματικά, τοποθετούνταν απέναντι στο γεγονός και η γαλλική πρεσβεία το 1856: «Όταν ξέσπασε η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, η συνταγματική ιδέα δεν ήταν παρά πρόσχημα για τους περισσότερους από όσους συμμετείχαν. Οι πολιτικοί αρχηγοί, παραγκωνισμένοι από την ημέρα της έλευσης του Βασιλιά, ήθελαν να κυβερνήσουν· οι στρατιωτικοί δεν είχαν άλλο σκοπό από το να διώξουν τους βαυαρούς αξιωματικούς που ήταν ακόμη επικεφαλής του στρατεύματος» (Γ.Β. ΔΕΡΤΙΛΗΣ, Ιστορία του ελληνικού κράτους, 1830-1920, τ. 1, Αθήνα, 2005, σ. 150). Το νέο θεσμικό καθεστώς που προέκυψε με το σύνταγμα του 1844, όσο κι αν αποτέλεσε σημαντικό βήμα προς την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση της χώρας, επειδή ήταν διαποτισμένο από τον τοπικισμό, τον αυτοχθονισμό, ενίσχυσε την πελατειακή αντίληψη και την επιρροή των τοπικών παραγόντων. Πέρα των άλλων συνεπειών, οι αυτοχθονικής ιδεολογίας φοβικές πολιτικές δυνάμεις και κοινωνίες – δομές μακράς διάρκειας – με κέντρο πρώτιστα την Πελοπόννησο, για να μη χάσουν τον έλεγχο της εξουσίας, υπήρξαν ενδοστρεφείς, έδρασαν ανασταλτικά και επηρέασαν με τις επιλογές τους το μέλλον της χώρας αρνητικά ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιόδους, όπως κατεξοχήν στην οκταετία 1915-1922, αλλά και αργότερα.

   Στο σημείο αυτό αξίζει να παρατηρηθεί πόσο δημιουργική είναι η θεωρία που υποστηρίζει ότι σε τελευταία ανάλυση η ερμηνεία της ιστορίας είναι κυρίως πολιτισμική. Σχετική, εξάλλου, με αυτή τη θεωρία είναι και μια άλλη εκδοχή του αυτοχθονισμού. Εκφράστηκε το 1845 από τον Γεώργιο Τερτσέτη, συνεπή διανοούμενο του καιρού του και υποστηρικτή του συνταγματικού πολιτεύματος από τα χρόνια του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ως διαμαρτυρία για την υποβάθμιση του λαϊκού πολιτισμού και του πρόσφατου παρελθόντος από τις αρχαιόπληκτες και δυτικοτραφείς élites που απέβλεπαν στην ενοποιητική ιδεολογία του ελληνικού έθνους με την προβολή ενός περίλαμπρου πολιτισμού, του αρχαιοελληνικού. Ο Τερτσέτης κυρίως αντέταξε τον αυτοχθονισμό στη ‘‘λογιωτατοκρατία’’. Οι λογιότατοι «μισούν και καταφρονούν το έθνος ως μη έμπειρο του αλφαβήτου», της λόγιας γλώσσας, και αποστρέφονται το παρόν ως πολιτισμική πραγματικότητα. Οι Έλληνες, ωστόσο, οφείλουν να πάψουν να «μικροφρονούν» για την πατρίδα τους, για τα έθιμα των γονέων τους, για τη μητρική τους γλώσσα. Και διερωτάται, «δεν εδοξάσθηκεν ο Μάρκος μ’ όλον όπου δεν ονομάζετο Αριστόβουλος» ή οι Σπέτσες Τυπάρινος; Ενώ μέμφεται τον Σπυρίδωνα Τρικούπη που παρασύρθηκε από το κλίμα του λογιοτατισμού κι έκρυψε από τον Κυβερνήτη «το έθιμο των εθίμων», τη ζωντανή ελληνική γλώσσα (Γ. ΒΑΛΕΤΑΣ, Τερτσέτη, Άπαντα, τ. 3, Αθήνα, 1967, σ. 402-403). Ο Τερτσέτης προβάλλει τον αυτοχθονισμό ως στήριγμα της συλλογικής ύπαρξης, χωρίς να υιοθετεί την πολιτισμική απομόνωση. Κατ’ αυτόν, το άνοιγμα προς τα έξω προϋποθέτει την αυτογνωσία και την αυτοεκτίμηση.

   Μετά την ολοκλήρωση της κατ’ άρθρο συζήτησης του συντάγματος και την ψήφιση στο σύνολό του στις 19 Φεβρουαρίου (συνεδρίαση ΝΖ΄) σε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού, στις 21 Φεβρουαρίου (συνεδρίαση ΝΗ΄) «εις των Γραμματέων [...] ανέγνωσε το Σύνταγμα εξ αρχής μέχρι τέλους μεγαλοφώνως» και έγιναν ελάχιστες μικρής σημασίας διορθώσεις ή προσθήκες. Μία από αυτές, ωστόσο, δεν ήταν αμελητέα: υπαγορευμένη προφανώς από πρόσωπα του βασιλικού περιβάλλοντος, την οποία μάλιστα αποδέχθηκαν τα τρία πέμπτα των πληρεξουσίων, συνέδεε και πάλι τον βασιλικό θεσμό με αντιλήψεις συμφυείς με την απόλυτη μοναρχία: Στο άρθρο 22, όπου «Το πρόσωπον του Βασιλέως είναι απαραβίαστον», προστέθηκαν μετά το είναι οι λέξεις «ιερόν και». Κατά τον σχολιαστή του συντάγματος, το 1848, Νικόλαο Παππαδούκα, «η λέξις ιερόν, μετάφρασις της Γαλλικής λέξεως sacre, είναι μεταφορά περιττή, ιδέα πεπαλαιωμένη, διότι οι βασιλείς δεν λαμβάνουν πλέον σήμερον θρησκευτικόν τι χάρισμα ως άλλοτε, ουδέ δύναταί τις να εξάξη εντεύθεν νομοθετικήν τινα συνέπειαν [...]» (Παππαδούκας, ό.π., σ. 198).

   Την ίδια ημέρα μια επιτροπή πληρεξουσίων παρουσίασε ως σχέδιο το σύνταγμα στον βασιλιά, για να διατυπώσει τις δικές του παρατηρήσεις. Αυτές, με τη μορφή βασιλικού διαγγέλματος σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της βασιλικής εξουσίας, παραδόθηκαν στην εθνοσυνέλευση στις 28 Φεβρουαρίου (συνεδρίαση ΞΒ΄). Συζητήθηκαν τις επόμενες ημέρες (1, 2 και 3 Μαρτίου 1844) σε τρεις κλειστές συνεδριάσεις, οι οποίες ονομάστηκαν συσκέψεις, για να μην τηρηθούν επίσημα πρακτικά, στα οποία θα καταχωρίζονταν κάποιοι λόγοι των πληρεξουσίων που μπορούσαν να τους εκθέσουν ή να προκαλέσουν ενόχληση στον βασιλιά. Οι παρατηρήσεις, όχι ιδιαίτερα σημαντικές, όσες έγιναν δεκτές από την εθνοσυνέλευση, περιλαμβάνονται στα πρακτικά της 4ης Μαρτίου (συνεδρίαση ΞΔ΄). Αμέσως μετά την ανάγνωσή τους και αφού η συνέλευση είπε το «έχει καλώς», ο πρόεδρος διάβασε την απάντηση του βασιλιά, στην οποία έλεγε ότι δέχεται όσα η εθνοσυνέλευση αποφάσισε. Ο Μαυροκορδάτος, ως προεδρεύων στην εθνοσυνέλευση, είχε καταφέρει, κατεξοχήν αυτός, να διεξαχθούν οι συνεδριάσεις με τάξη και να αποφευχθούν οποιεσδήποτε σοβαρές τριβές. Στις επόμενες δέκα συνεδριάσεις (6 ως 17 Μαρτίου, συνεδριάσεις ΞΕ΄-ΟΔ΄), συ­ζητήθηκαν και ψηφίστηκαν ο εκλογικός νόμος και τα ψηφίσματα που συνοδεύουν το σύνταγμα. Στην τελευταία συνεδρίαση, την 75η (: ΟΕ΄) στις 18 Μαρτίου 1844, ο βασιλιάς έγινε δεκτός με επευ­φημίες, έδωσε τον προβλεπόμενο από το άρθρο 36 του συντάγμα­τος όρκο και κήρυξε τη λήξη των εργασιών της εθνοσυνέλευσης.

Για το σύνταγμα του 1844, έγραψε εκείνη την ημέρα η έγκυρη, προσκείμενη στον Μαυροκορδάτο, εφημερίδα Αθηνά (αριθμός 1105, 18 Μαρτίου 1844) τα ακόλουθα: «Το καθιερωθέν ήδη Σύνταγμά μας, όχι μόνον, δεν είναι ολιγώτερον ελεύθερον και ολιγώτερον προοδευτικόν του Αγγλικού και Γαλλικού, αλλά δεν έχει και τας κηλίδας εκείνας τας οποίας πολλών εθνών Συντάγματα έχουν ένεκα της αρχαιοτέ­ρας κοινωνικής καταστάσεως των· ημπορούμεν να είπωμεν ότι είναι προϊόν του ΙΘ΄ αιώνος [...]». Και καταλήγει ως εξής: «Έχει, ως είπαμεν, όλας τας αρετάς των Συνταγμάτων των πολι­τισμένων εθνών καί τινα πλεονεκτήματα σύμφωνα με τον αιώνα μας. Αλλ’ όμως όλαι αύται αι αρεταί του θέλουν μένει νεκραί αν δεν φροντίσωμεν να αναδειχθώμεν άξιοι της εφαρμογής του».

6. Η σύνταξη του εκλογικού νόμου και των ψηφισμάτων

   Στις 26 Ιανουαρίου 1844 (συνεδρίαση ΜΑ΄) από την εθνοσυνέλευση εκλέχτηκε, εννεαμελής, Η διά την σύνταξιν του σχεδίου του περί εκλογής Νόμου επιτροπή. Η συζήτηση άρχισε στις 29 Φεβρουαρίου με ομιλία του εισηγητή Ανδρέα Χριστοδούλου Λόντου, πληρεξουσίου Πατρών. Μετά τη διακοπή λίγων ημερών η συζήτηση συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε σε οκτώ συνεδριάσεις από τις 6-15 Μαρτίου (συνεδριάσεις ΞΕ΄-ΟΒ΄).

   Ο εκλογικός νόμος αυτός δικαιολογημένα θεωρείται τολμηρός για την εποχή του. Όταν στη Μεγάλη Βρετανία μόνο ένας στους επτά είχε το δικαίωμα ψήφου (περί τις 500.000) (Thomas Erskine, The constitutional history of England since the accession of George the third: 1760-1860, τ. 1, London, 1896, σ. 421-422) και πολύ χειρό­τερα ήταν τα πράγματα στη Γαλλία (André-Jean Tudesq, «Les listes électorales de la Monarchie censitaire», Annales ESC 13/2 (1958), σ. 277-288. Η καθολική ψηφοφορία καθιερώθηκε το 1848), στην Ελλάδα ψήφιζαν στην επαρχία τους, για να εκλέξουν άμεσα έναν αριθμό βουλευτών ανάλογο με τον πληθυσμό (ένας βουλευτής για κάθε 10.000 κατοίκους), όλοι οι πάνω από τα 25 άρρενες που γεννήθηκαν εντός των ορίων του κράτους, ή απέκτησαν το δικαίωμα του πολίτη, και είχαν στην επαρχία της πολιτικής διαμονής τους κάποια ιδιοκτησία ή ασκούσαν έμμισθο ή άλλο επικερδές επάγγελμα. Με τη διάταξη αυτή αποκλείονταν μόνο δύο κοινωνικά στρώματα, οι οικόσιτοι υπηρέτες και οι μαθητευόμενοι τεχνίτες – οι τελευταίοι συνήθως μικρότεροι των 25 ετών – και ένας οπωσδήποτε σημαντικός αριθμός ετεροχθόνων εποίκων, οι οποίοι για να εκλέξουν δικό τους βουλευτή έπρεπε να συγκροτήσουν συνοικισμό σε ξεχωριστό δήμο, πόλη ή επαρχία τουλάχιστον από 5.000 κατοίκους (άρθρα 1, 3, 4 και 5 του εκλογικού νόμου). Άλλη ήταν η αδυναμία του νόμου: δεν εξασφάλιζε την αδιάβλητη εκλογή των μελών της βουλής και την αμερόληπτη επικύρωση των αποτελεσμάτων.

   Η έκδοση ψηφισμάτων στη διάρκεια των εργασιών της εθνοσυνέλευσης άρχισε πολύ νωρίς. Το α΄ ψήφισμα επαίνου κτλ. των δημιουργών της 3ης Σεπτεμβρίου διατυπώθηκε, όπως είδαμε, στις 6 Δεκεμβρίου 1843 (συνεδρίαση Ζ΄)· το β΄ για την εκκαθάριση των δημόσιων υπηρεσιών από ετερόχθονες συζητήθηκε σε πέντε συνεδριάσεις (ΛΒ΄-ΛΣΤ΄, από τις 15 ως τις 20 Ιανουαρίου 1844)· το γ΄ ανέθετε την αντιβασιλεία στη βασίλισσα (συνεδρίαση ΜΓ΄, 29 Ιανουαρίου)· το δ΄ επικύρωνε το δικαίωμα των τριών ναυτικών νησιών να εκλέγουν αυξημένο αριθμό βουλευτών (συνεδρίαση ΜΔ΄, 31 Ιανουαρίου)· το ε΄ ψήφισμα μεριμνούσε για την αποζημίωση των αγωνιστών και για την υποστήριξη των οικογενειών τους (συνεδριάσεις Ξ΄ και ΞΑ΄, 25 και 26 Φεβρουαρίου)· το στ΄ ρύθμιζε τα των διοικητικών διαφορών (συνεδριάσεις ΞΕ΄, ΟΒ΄ και ΟΓ΄, 6, 15 και 16 Μαρτίου)· το ζ΄ παρέπεμπε στη βουλή την εκκαθάριση του χρέους της Βαυαρίας προς την Ελλάδα του σχετικού με την εγκατάσταση της βασιλείας (συνεδρίαση ΟΓ΄, 16 Μαρτίου)· το η΄ συνιστούσε την απονομή σιδηρού αριστείου σε όλους όσοι πήραν μέρος στον αγώνα ως το 1829 και έχουν ηλικία άνω των 30 ετών (συνεδρίαση ΟΓ΄, 16 Μαρτίου)· το θ΄ όριζε τον όρκο του πολίτη Έλληνα (συνεδρίαση ΟΔ΄, 17 Μαρτίου)· το ιβ΄ έχει ως εξής: «Ευγνωμοσύνη αιωνία οφείλεται εις τας τρεις συμμάχους και προστάτιδας της Ελλάδος Δυνάμεις, την Αγγλίαν, Γαλλίαν και Ρωσσίαν, διά τα μεγάλα αυτών προς το Ελληνικόν Έθνος ευεργετήματα» (συνεδρίαση ΟΔ΄, 17 Μαρτίου). Τα λοιπά ψηφίσματα (ιγ΄- ιη΄, και αυτά στις 17 Μαρτίου) αποτελούν εκφράσεις ευγνωμοσύνης και ευχαριστιών προς τη φρουρά και τον φρούραρχο της πρωτεύουσας (ιγ΄), τον πρόεδρο, τους αντιπροέδρους και του γραμματείς της εθνοσυνέλευσης για «την εκπλήρωσιν των υψηλών και πολύμοχθων καθηκόντων αυτών» (ιστ΄), προς την κυβέρνηση Ανδρέα Μεταξά (ιη΄), ενώ με το ιζ΄ ψήφισμα η εθνοσυνέλευση «εκπληρούσα χρέος ιερόν» αποφάσισε «εις μνήμην του αοιδήμου Ι.Α. Καποδίστρια, ποτέ Κυβερνήτου της Ελλάδος» «κατά την εν Ναυπλίω πλατείαν των τριών Ναυάρχων να ανεγερθή επιμελεία της Κυβερνήσεως ανδριάς τούτου ως ευεργέτου της πατρίδος».

Β΄. Η ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΕΝΤΥΠΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
ΤΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ 1844

1. Η διαδικασία τήρησης των πρακτικών
   Η εθνοσυνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου στις 15 Νοεμβρίου 1843 (συνεδρίαση Γ΄), κατά τη συζήτηση του κανονισμού των συνεδριά­σεών της, όρισε για την τήρηση των πρακτικών οι γραμματείς να είναι τέσσερις, όσοι και οι αντιπρόεδροι. Δεν ήταν πολλοί, γιατί, όπως υποστήριξε ο πληρεξούσιος Τρίπολης Ρήγας Παλαμήδης στην επόμενη συνεδρίαση (της 16ης Νοεμβρίου) (ΠαντελΗς,  Η της τρίτης Σεπτεμβρίου… : Πρακτικά, ό.π., σ. 46), οι γραμματείς  «έχουν κόπους, έχουν γραφείον». Στις 18 Νοεμβρίου (συνεδρίαση ΣΤ΄), όπως είδαμε, γραμματείς εκλέχτηκαν, κατά σειρά ψήφων, ο Δρόσος Ν. Δρόσος, πληρεξούσιος Τήνου, o Κωνσταντίνος Θ. Κολοκοτρώνης, πληρεξούσιος Καρύταινας, o Γεώργιος Αινιάν, πληρεξούσιος Υπάτης, και o Γκίκας Δοκός, πληρεξούσιος Ύδρας.
   Στον κανονισμό των συνεδριάσεων οφείλονται, επίσης, σημαντικές πληροφορίες για τη διαδικασία τήρησης των πρακτικών, τα οποία ως την ημέρα της εκλογής των γραμματέων κρατούσε ο προσωρινός γραμματέας Σπυρίδων Κοπανίτσας, πλη­ρεξούσιος Μυστρά. Τέσσερα άρθρα του κανονισμού (τα 43, 44, 45 και 46 του σχεδίου της επιτροπής που τον σύνταξε, τα 40, 41, 42 και 43 του ψηφισμένου) ρυθμίζουν όλες τις λεπτομέρειες: «Δύο συντάκται έξωθεν λαμβανόμενοι συντάττουσι τα πρακτικά υπό την διεύθυνσιν του Προέδρου και την επιτήρησιν του γραφείου [: της γραμματείας] της Συνελεύσεως» (άρθρο 40). Ζητώντας διευ­κρινίσεις ο Κ.Θ. Κολοκοτρώνης, «ποία ανάγκη να ληφθώσιν έξωθεν οι συντάκται», ο Γκίκας Δοκός, με την ιδιότητα του μέλους της επιτροπής για τη σύνταξη του κανονισμού, εξήγησε: «Διά την εξής αιτίαν. Η επιτροπή εστοχάσθη, αν και διώρισε [εισηγήθηκε να οριστούν] τέσσαρας Γραμματείς εκ των πληρεξουσίων, να προσλάβη έξωθεν τους συντάκτας, διότι οι Γραμματείς είναι και πληρεξούσιοι, έχουν χρέη ως τοιούτοι και δεν θέλουν ευκαιρήσει αεί δι’ όλας τας εργασίας του γραφείου» (ΠαντελΗς,  ό.π., σ. 92). Το επόμενο άρθρο του κανονισμού όριζε με πληρότητα τη διαδικασία τήρησης των πρακτικών: «Τα πρακτικά των δημοσίων συνεδριάσεων, άμα συνταχθώσι και εγκριθώσι, τίθενται εις το καθαρόν και υπογράφονται παρά του Προέδρου της συνεδριάσεως, των Αντιπροέδρων και των Γραμματέων· έπειτα μεταγράφονται εις δύο βιβλία υπογεγραμμένα ως ανωτέρω» (άρθρο 41). Το τρίτο από τα σχετικά άρθρα προσδιορίζει τα καθήκοντα των συντακτών ως προς την εκτύπωση των πρακτικών και έχει ως εξής: «Οι συντάκται επιτηρούσι τα αντίγραφα των πρακτικών των δημοσίων συνεδριάσεων, πέμπουσιν αυτά εις την Τυπογραφίαν της Κυβερνήσεως εντός 24 ωρών, διά να δημοσιευθώσι, και διορθώνουσι τα δοκίμια» (άρθρο 42). Το τελευταίο άρθρο του κανονισμού όριζε αυτό που προκύπτει και από πολλά σημεία των πρακτικών: «τα πρακτικά, ως και τα τετυπωμένα διαταγή της Συνελεύσεως έγγραφα, διανέμονται εις έκαστον των πληρεξουσίων» (άρθρο 43).
   Στις 19 Νοεμβρίου (συνεδρίαση Ζ΄) το προεδρείο και οι γραμματείς της εθνοσυνέλευσης πρότειναν έξι – τριπλάσιο αριθμό – υποψήφιους συντάκτες. Όταν μερικοί πληρεξούσιοι ρώτησαν για τα προσόντα των υποψηφίων, ο προεδρεύων Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος απάντησε «ότι είναι Έλληνες και υιοί ανδρών, αγωνισαμένων τον υπέρ της Ελληνικής δόξης αγώνα». Εκλέχτηκαν ο Ηλίας Γ. Παπαηλιόπουλος και ο Ηλίας Γ. Καλαμογδάρτης (με 152 και 120 ψήφους αντίστοιχα), γόνοι γνωστών οικογενειών, της Άμφισσας ο πρώτος, της Πάτρας ο δεύτερος. Ο πατέρας του πρώτου Γιωργάκης Παπαηλιόπουλος, έμπορος (εξαγωγές και εισαγωγές), με συνεισφορά στην επανάσταση, ήταν προεστός, δήμαρχος στα χρόνια της απολυταρχίας, μυημένος τριτοσεπτεμβριανός, πληρε­ξούσιος στην εθνοσυνέλευση. Ο γιος του Ηλίας, είκοσι πέντε ετών φοιτητής, πήρε μέρος στο γεγονός της 3ης Σεπτεμβρίου. Αργότερα, αναδείχθηκε νομάρχης, βουλευτής Άμφισσας, υπουργός (Σχετικά, ΤΑΚΗΣ ΛΑΠΠΑΣ, Αναγνώστης-Νικόλας Γιαγτζής, Γιωργάκης Παπα­ηλιόπουλος, Άμφισσα, 1973 Ο ΙΔΙΟΣ, Πηνελόπη Λιδωρίκη-Παπαηλιοπούλου, Αθήνα, 1972. Επίσης βλ. το αρχείο Ηλία Γ. Παπαηλιοπούλου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, Κ. 98 Α΄, όπου αυτόγραφα έγγραφά του). Ο Ηλίας Γεωργίου Καλαμογδάρτης (1810-1848), της γνωστής οικογένειας μεγαλογαιοκτημόνων από την Πάτρα με συμμετοχή στην επανάσταση, ήταν ποιητής (έγραψε στίχους που τραγουδήθηκαν) και διετέλεσε υπάλληλος στο Υπουργείο Εσωτερικών. Πέθανε πρόωρα, μετά τετραετία, στο Κάιρο από φυματίωση. Ο πληρεξούσιος στην εθνοσυνέλευση, μετέπειτα δήμαρχος στην Πάτρα, Αντώνιος Ανδρέα Καλαμογδάρτης, ήταν εξάδελφός του (Κώστας Κ. Τριανταφύλλου, «Το αρχείον των οικογενειών Δρακοπούλου και Καλαμογδάρτη», Πελοποννη­σιακά 7 (1969-1970), σ. 50-68 Ο ΙΔΙΟΣ, Ιστορι­κόν λεξικόν των Πατρών, Πάτρα, 1980, σ. 173, στη λέξη. Επίσης, στη Δημο­τική Βιβλιοθήκη Πά­τρας, Τμήμα αρχείου, Αρχείο Δρακοπούλου, Δ83 και Δ84, σώζονται δύο αυτόγραφες επι­στολές του Ηλία Καλαμογδάρτη. Δείγμα της ποίησής του στο Κ.Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, Ποιη­ταί του ΙΘ΄ αιώνα, Βασική Βιβλιο­θήκη, Αθήνα, 1954, σ. 240-243).

   Στην προτελευταία συνεδρίαση (ΟΔ΄, 17 Μαρτίου 1844), ο Σπυρίδων Τρικούπης, πληρεξούσιος Μεσολογγίου, γαμπρός του προεδρεύοντος Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου (είχε νυμφευθεί την αδελφή του), πρότεινε την έγκριση ευχαριστήριου ψηφίσματος (του ιστ΄) «προς την Προεδρίαν και το γραφείον της Συνελεύσεως». Αναφέρθηκε στην «εμπειρία της Προεδρίας», «η οποία ως άριστος πηδαλιούχος μας ωδήγησεν αβλαβώς διά της θείας αντιλήψεως εις τον λιμένα σήμερον» και πρόσθεσε: «Πολλάς χάριτας οφείλομεν και εις το γραφείον της Συνελεύσεως. Οι Γραμματείς είναι συμπληρεξούσιοί μας, ομότιμοί μας, και μόλον τούτο ζήλω πατριωτικώ κινούμενοι, ανεδέχθησαν να επιτηρήσωσιν ακριβώς των πρακτικών την σύνταξιν και εν μέρει να συντάττωσιν αυτά οι ίδιοι και να μας τα αναγιγνώσκωσι καθ’ ημέραν. Ταύτα ήσαν, συνέχισε ο Τρικούπης, έργα των υπογραμματέων [των συντακτών], αλλ’ αυτοί ανεδέχθησαν εν μέρει αυτά προθύμως και τα εξεπλήρωσαν ευσυνειδήτως και με πλήρη ευχαρίστησιν της Συνελεύσεως». «Ο όγκος των πρακτικών και η ακρίβεια αυτών είναι τρανή απόδειξις και της ικανότητος και της φιλοπονίας των γραμματέων. Δεν είναι υπερβολή, αν είπω, ότι τα πρακτικά πολλάκις μιας συνεδριάσεως είναι ογκωδέστερα των πρακτικών ολοκλήρου μιας των παρελθουσών Εθνικών Συνελεύσεων. Τα πρακτικά ταύτα είναι πολύτιμα, διότι θα χρησιμεύσωσι πάντοτε ως ερμηνείαι του κειμένου [...]». Ανάλογα εκφράστηκε για τους γραμματείς στην ευχαριστήρια απάντησή του ο Μαυροκορδάτος. Και ο Γκίκας Δοκός (πληρεξούσιος Ύδρας και ένας από τους γραμματείς) πρόσθεσε: «ότι ουκ ολίγος έπαινος πρέπει και εις τους συντάκτας των πρακτικών, τους οποίους εξελέξατο η συνέλευσις, οίτινες μετά ζήλου και ικανότητος εξεπλήρωσαν τα ανατεθέντα αυτοίς σπουδαία έργα, και μάλιστα ο αδιαλείπτως παρευρισκόμενος εις τας συνεδριάσεις υμών και εργα­ζόμενος μετ’ αξιέπαινου ζήλου εις τα του συντάκτου καθήκοντα, κ. Ηλίας Γ. Παπαηλιόπουλος».

   Οι συντάκτες έπρεπε, κατά το άρθρο 41 του κανονισμού, να μεταφέρουν τα πρακτικά στα δύο βιβλία (ορθότερα τους κώδικες, αφού πρόκειται για χειρόγραφα). Από τις αγορεύσεις των Σπυρίδωνα Τρικούπη, Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και Γκίκα Δοκού και ύστερα από σύγκριση των γραφικών χαρακτήρων στους δύο κώδικες με αυτόγραφα του Παπαηλιόπουλου (Γενικά Αρχεία του Κράτους, ό.π.), του Καλαμογδάρτη (Δημοτική Βιβλιοθήκη Πάτρας, ό.π.) και του Δοκού, γραμματέα του πανεπιστημίου (Ιστορικό Αρχείο Πανεπιστημίου Αθηνών, Πρακτικά Συγκλήτου, 27 Ιου­λίου 1838 κ.α., όπου πλάγια προς τα δεξιά γραφή με μικρά γράμματα, ίδια σχεδόν στο μέγεθος με τα γράμματα στο ένα από τα βιβλία των πρακτι­κών της εθνοσυνέλευσης), συμπεραίνουμε ότι το ένα από αυτά έχει γραφεί από τον Ηλία Γ. Παπαηλιόπουλο και το άλλο, όχι με την ίδια βεβαιότητα, από τον Γκίκα Δοκό, και οπωσδήποτε όχι από τον Ηλία Γ. Καλαμογδάρτη. Ο τελευταίος ίσως, για λόγους υγείας, να μην μπόρεσε να ανταποκριθεί πλήρως στα καθήκοντά του.

 2. Η απόδοση σημασίας στη χειρόγραφη παράδοση
     των πρακτικών

   Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, σε εποχή πλήρους ανάπτυξης της τυπογραφίας, οι αντιλήψεις πολλών μελών της εθνοσυνέλευσης – και των εφημερίδων – για τη χειρόγραφη παράδοση. Στη συνείδηση πολλών η χειρόγραφη διάσωση των πρακτικών έχει ιδιαίτερη αξία, όπως το χειροποίητο σε σχέση με το βιομηχανοποιημένο. Το χειρόγραφο θεωρείται αυθεντικό και ως τέτοιο αξίζει να εναποτεθεί και να φυλαχτεί μόνο αυτό ως ιερό κειμήλιο του έθνους σε χώρους ιδιαίτερης σημασίας. Κατά τη συζήτηση του άρθρου 41, όπου ο λόγος για μεταφορά των πρακτικών σε δύο βιβλία, στα επίσημα πρακτικά (συνεδρίαση Ε΄, 17 Νοεμβρίου) καταγράφηκαν τα ακόλουθα:

   «Προτάσεως δε γενομένης περί του αντί να μεταγραφώσιν εις δύο βιβλία» «να μεταγραφώσιν εις δέκα και να διανεμηθώσιν εις διάφορα της Ελλάδος καταστήματα» «απεφασίσθη δύο μεν να γραφώσιν ιδιοχείρως, δέκα δε να λιθογραφηθώσι, τα οποία, αφού υπογραφώσιν ιδιοχείρως από τους κ. πληρε­ξουσίους, να διανεμηθώσιν όπου η Σύνοδος ήθελεν αποφασίσει».

   Ανάμεσα στους πληρεξουσίους που απέδιδαν ιδιαίτερη αξία στη χειρόγραφη παράδοση (Παντελής,  ό.π., σ. 92-93) ήταν και ο συνταγματάρχης Σπύρος Μήλιος, πληρεξούσιος Θηβών και μέλος της επιτροπής για τη σύνταξη του κανονισμού. Πρώτος αυτός έλαβε τον λόγο και είπε: «Ερωτώ διατί να μεταγράφονται εις δύω βιβλία και όχι εις εν; Αι αποφάσεις μιας εθνοσυνελεύσεως βεβαίως, όσον περισσότερον διαδίδονται τόσον ωφελι­μότεροι κατασταίνονται εις το κοινόν, διά να σχηματίζει την γνώμην του. Εγώ επρότεινα εις την επιτροπήν να γίνονται 4 πρωτότυπα και όχι δύω, είπα να υπογράφωνται παρ’ όλων των πληρεξουσίων και να εναποτεθώσιν εις τέσσερα σημαντικά μέρη του κράτους. Προτείνω να διορισθώσι και τα μέρη όπου θέλουν είσθαι (φωναί, μάλιστα, μάλιστα). Το εν εις το Μέγα Σπήλαιον, το δεύτερον εις το Μοναστήρι της Ύδρας, το τρίτον εις τον Όσιον Λουκάν και το τέταρτον εις το Μεσολόγγιον. Δύναται να γραφή και εν πέμπτον διά τα αρχεία της Κυβερνήσεως.

   »Ο κ. [Ιωάννης] Βελέντζας [πληρεξούσιος των εποίκων Θεσσαλών]. Εν πρωτότυπον να δοθή και εις την Χαλκίδα.

   »Ο κ. [Αναστάσιος] Λοιδωρίκης [πληρεξούσιος Λιδορικίου]. Εν διά το πανεπιστήμιον.

   »Ο κ. [Αναγνώστης] Μοναρχίδης [πληρεξούσιος των εποίκων Ψαριανών]. Διά την βιβλιοθήκην του πανεπιστημίου.

   »Ο κ. Σπ. Μήλιος. Και άλλο εις την Ευαγγελίστριαν [Τήνου] (συγκεχυμένη συζήτησις περί του αριθμού των πρωτοτύπων)».  Διαφορετικά μεταφέρθηκαν τα παραπάνω στα επίσημα πρακτικά. Αποδόθηκαν σύμφωνα με όσα είπε ο προεδρεύων Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος στη συνεδρίαση Ζ΄ της 19ης Νοεμβρίου:

   »Επί του άρθρου 41, εν τέλει του οποίου διαλαμβάνεται η εις δέκα βιβλία αντιγραφή των πρακτικών, ο Πρόεδρος παρετήρησεν ότι η αντιγραφή αύτη χρήζει κόπων και γραφέων πολλών. Το επ’ αυτόν δε νομίζει ότι το αυτό αποτέλεσμα ήθελε παραχθή, εάν τα πρακτικά ταύτα ελιθογραφούντο ή ετυπώνοντο. Τινές των πληρε­ξουσίων αντεπαρατήρησαν ότι είναι καλόν να γίνη η εις δέκα βι­βλία αντιγραφή, ώστε να υπάρχωσι πολλά πρωτότυπα των πρα­κτικών της Εθνικής Συνελεύσεως, και επομένως περισσοτέρα ασφάλεια εις την διατήρησιν αυτών. Άλλοι δε πάλιν παρετήρησαν, ότι η ασφάλεια αύτη δύναται να ύπαρξη επίσης, εάν τυπωθώσι ταύτα τα δέκα αντίτυπα των πρακτικών και υπογραφώσι παρ’ όλων των πληρεξουσίων. Η Συνέλευσις ενέκρινε και παρεδέχθη την τελευταίαν παρατήρησιν, τουτέστιν του να τυπωθώσι και υπο­γραφώσι παρά των πληρεξουσίων τα δέκα των πρακτικών αντίτυπα».

   Τελικά υπερίσχυσε μια περισσότερο σύγχρονη αντίληψη: όλοι οι πληρεξούσιοι θα υπέγραφαν δέκα τυπωμένα αντίτυπα των πρακτικών. Τα πρακτικά, εξάλλου, τυπώνονταν, σύμφωνα με το άρθρο 42 του κανονισμού, και ήταν επίσημα. Η χειρόγραφη παράδοση με τη διαδικασία του άρθρου 41 ήταν αρκετή. Και αυτή τηρήθηκε. Με βάση τις σημειώσεις που είχαν κρατηθεί σε κάθε συνεδρίαση, τα πρακτικά συντάσσονταν και καθαρογράφονταν. Έπειτα, αφού διαβάζονταν στην επόμενη συνεδρίαση και γίνονταν, σύμφωνα με τα ίδια τα πρακτικά, οι αναγκαίες διορθώσεις, μεταφέρονταν στα δύο, κατά τον κανονισμό, βιβλία, στα οποία υπέγραφαν κάθε φορά οι αντιπρόεδροι και οι γραμματείς (μόνο στην τελευταία συνεδρίαση και στο πρωτόκολλο ορκωμοσίας ο Γεώργιος Αινιάν). Στο τέλος των εργασιών της εθνοσυνέλευσης στα δύο βιβλία υπογράφουν ο εκλεγμένος πρόεδρος, οι τρεις από τους τέσσερις αντιπροέδρους, οι τέσσερις γραμματείς και οι πληρεξούσιοι κατά επαρχίες.

          3. Οι δύο κώδικες με τα πρακτικά της εθνοσυνέλευσης
   Δύο κώδικες φέρουν τον τίτλο Πρακτικά της εν Αθήναις της Τρίτης Σεπτεμβρίου Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως. Σώζονται χωρίς φθορές και φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Τμήμα σπανίων και χειρογράφων. Ο τίτλος και στους δύο κώδικες αναγράφεται στην πρώτη σελίδα του φύλλου που προηγείται του σελιδαριθμημένου κειμένου. Στον έναν κώδικα, τα Πρακτικά καλύπτουν τις αριθμημένες από το 1 ως το 624 σελίδες (διαστάσεων 388x283) και στον άλλο τις αριθμημένες από το 1 ως το 444 σελίδες (διαστάσεων 388x288). Σύμφωνα με έκθεση, του 1907, του προέδρου της Βουλής Νικολάου Δ. Λεβίδη, ο πρώτος από αυτούς ανήκε στη Βουλή και ο δεύτερος στη Γερουσία (βλ. σχετικά, Δ.Α. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ, Κοινοβου­λευτική Ιστορία της Ελλάδος, Αθήνα, 1935, τ. 1, σ. 28 σημ. 48). Μολονότι οι κώδικες δεν είχαν γραφεί από ειδικούς γραφείς κωδίκων (το επάγγελμά τους ήταν υπό εξαφάνιση μετά τη διάδοση της τυπογραφίας), προσφέρουν ικανοποιητική αισθητική εντύπωση: τηρούνται με συνέπεια τα περιθώρια και με ακρίβεια οι αποστάσεις και η ευθυγράμμιση των σειρών του κειμένου.

   Η προσεκτική και επιμελημένη γραφή μπορεί να χαρακτηριστεί ως βιβλιακή, αφού απέχει αρκετά από την καθημερινή στη χρήση, την επισυρμένη. Ο κατά πολύ μεγαλύτερος αριθμός των σελίδων του πρώτου κώδικα οφείλεται στο μέγεθος των γραμμάτων.
   Οι δύο συντάκτες των κωδίκων, ο Ηλίας Γ. Παπαηλιόπουλος του πρώτου και πιθανώς ο Γκίκας Δοκός του δεύτερου, όπως είδαμε, γράφουν – με κλίση προς τα δεξιά και οι δύο – ο πρώτος γράμματα σε ικανοποιητικό μέγεθος, τα οποία διαβάζονται άνετα, ενώ ο δεύτερος ιδιαίτερα μικρά τα οποία, αν και εξίσου καθαρά, απαιτούν την προσέγγιση και προσήλωση του αναγνώστη. Στον πρώτο από τους δύο κώδικες – όχι και στον δεύτερο – στην αμέσως επόμενη σελίδα των Πρακτικών αναγράφεται ο τίτλος Κώδηξ των ψηφισμάτων της εν Αθήναις Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως της Γ΄ Σεπτεμβρίου και, μετά μία παρεμβαλλόμενη λευκή σελίδα, στις αριθμημένες από το 1 ως το 19 σελίδες περιέχονται τα 18 ψηφίσματα υπογεγραμμένα από τον πρόεδρο, τους αντιπροέδρους, με εξαίρεση τον Ανδρέα Λόντο, τους τέσσερις γραμματείς και τους πληρεξούσιους, χωρίς να αναγράφονται οι επαρχίες που εκπροσωπούσαν.
   Οι υπογραφές στο τέλος των ψηφισμάτων τέθηκαν στις 18 Μαρτίου, στην τελευταία συνεδρίαση (ΟΕ΄) πριν από την πανηγυρική τελετή και λήξη των εργασιών. Σύμφωνα με τα πρακτικά, «συνήλθον εις το του Βουλευτηρίου κατάστημα οι πληρεξούσιοι της Εθνικής Συνελεύσεως και ήρξαντο, κατά επαρχίας καλούμενοι, να υπογράφωσι των ψηφισμάτων της Εθνικής Συνελεύσεως, δεκαοκτώ όλων όντων, τον Κώδηκα». Η δημοσίευση των δεκαοκτώ ψηφισμάτων στην Εφημερίδα της Κυβερνή­σεως έγινε με καθυστέρηση αρκετών ημερών (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αριθμός 8, 1 Απριλίου 1844).

   Στον πρώτο από τους δύο κώδικες, μετά τα ψηφίσματα παρεμβάλλονται τρεις λευκές σελίδες και, στις χωρίς αρίθμηση επόμενες δύο, καταχωρίστηκε το πρωτόκολλο ορκωμοσίας (ή ορκοδοσίας) του Όθωνα, πράξη με την οποία ορκίζεται συνταγματικός βασιλιάς και κυρώνει το σύνταγμα. Κάτω από το κείμενο της ορκωμοσίας και την ημερομηνία 18 Μαρτίου 1844 υπογράφουν σε διαδοχικές σειρές, κατά την τάξη, ο Όθωνας, ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, οι τέσσερις αντιπρόεδροι, οι τέσσερις γραμματείς. Στις επόμενες σειρές υπογράφουν ως εξής: στην ίδια σειρά, ο πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου Ευβοίας Νεόφυτος, ο πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου Κωνσταντίνος Κανάρης και ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επι­κρατείας Γεώργιος Κουντουριώτης. Ακριβώς κάτω από τον Κωνσταντίνο Κανάρη υπογράφουν τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, ο Ανδρέας Λόντος, ο Δρόσος Μανσόλας και ο Λέων Μελάς. Το παραπάνω πρωτόκολλο ορκωμοσίας είναι ένα από τα τρία που υπογράφηκαν εκείνη την ημέρα, όπως προκύπτει από την τελευταία του παράγραφο πριν από τις υπογραφές: «Προς βεβαίωσιν τούτων απάντων, συνετάχθησαν τρία όμοια του παρόντος πρωτοκόλλου ορκωμοσίας, υπογεγραμμένα [...], εξ ών το μεν θέλει κατατεθή εις τα αρχεία της επί του Β. Οίκου και των Εξωτερικών Γραμματείας της Επικρατείας, τα δε δύο έτερα θέλουν κατατεθή επί του παρόντος εις τα αρχεία του Συμβουλίου της Επικρατείας διά να παραδοθώσι το μεν εις το αρχείον της Γερουσίας, το δε εις το της Βουλής».

4. Οι κώδικες με το σύνταγμα του 1844
   Η εθνοσυνέλευση, πεπεισμένη για την αξία της χειρόγραφης παράδοσης, αποφάσισε να συνταχθούν και τρία χειρόγραφα ως ‘‘πρωτότυπα’’ του συντάγματος. Για την υπογραφή τους από τον πρόεδρο, τους αντιπροέδρους, τους γραμματείς και τους πληρεξουσίους κατά επαρχίες, ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία που είδαμε παραπάνω για τα ψηφίσματα. Τα τρία ‘‘πρωτότυπα’’ του συντάγματος του 1844 σώζονται ως σήμερα: Αυτό που παραδόθηκε στον Όθωνα στις 22 Μαρτίου 1845 από την επιτροπή της βουλής φυλάσσεται στο Μόναχο, στη Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη (Bayerischen Staatsbibliothek, Cod. gr. 595), όπου και τα άλλα χειρόγραφα της ιδιωτικής συλλογής του (βλ. σχετικά, Dieter Kudorfer, «Bücher aus der Privatsammlung Konig Ottos I. von Griechenland in der Bayerischen Staatsbibliothek», Herausgegeben von der Generaldirektion der Bayerischen Staatlichen Bibliotheken 22/1-2 (1994), σ. 33), ενώ τα άλλα δύο στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Τμήμα σπανίων και χειρογράφων, όπου, όπως είδαμε, σώζονται και οι κώδικες με τα πρακτικά της εθνοσυνέλευσης.
   Οι τρεις αυτοί κώδικες, με εξώφυλλα κόκκινου χρώματος, φέρουν τον τίτλο Σύνταγμα της Ελλάδος. Αμέσως μετά το τελευταίο άρθρο 107, χωρίς δήλωση τόπου και χρόνου, ακολουθούν οι υπογραφές του προέδρου, των τεσσάρων αντιπροέδρων, των τεσσάρων γραμματέων και των πληρεξουσίων κατά επαρχίες (σύνολο υπογραφών 230). Τα ‘‘πρωτότυπα’’ του συντάγματος, έργο της εθνοσυ­νέλευσης, δεν φέρουν άλλες υπογραφές. Το σύνταγμα είναι έργο των αντιπρο­σώπων του έθνους. Οι γραμμένες χωρίς αρίθμηση σελίδες, με το κείμενο του συντάγματος και τις υπογραφές των πληρεξουσίων, στον κώδικα του Μονάχου είναι 16, στον ένα κώδικα της Βουλής (διαστάσεων 390x260) 30 και στον άλλο (διαστάσεων 392x263) 33. Και στους τρεις κώδικες τηρούνται με αρκετή συνέπεια τα περιθώρια, με ακρίβεια οι αποστάσεις ανάμεσα στις σειρές του κειμένου και με σταθερότητα η ευθυγράμμιση των σειρών.
   Στον κώδικα του Μονάχου, που δόθηκε στον Όθωνα και είχα τη δυνατότητα να τον δω φωτοτυπημένο στην Βουλή των Ελλήνων, στο Γραφείο του Γενικού Γραμματέα της Βουλής, η γραφή με όρθια σταθερά γράμματα είναι ιδιαίτερα επιμελημένη, βιβλιακή. Έχει χρησιμοποιηθεί βαθύ μαύρο μελάνι, πλούσιο σε μεταλλικά άλατα. Η ιδιαίτερα ικανοποιητική αισθητική εντύπωση θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη, αν το χαρτί, που χρησιμοποιήθηκε, δεν είχε, όπως μπορεί να υποθέσει κανείς, τόση απορροφητικότητα. Και στους άλλους δύο κώδικες, της Βουλής και της Γερουσίας, η πλάγια προς τα δεξιά γραφή είναι προσεκτική και επιμελημένη, βιβλιακή∙ απέχει – στον ένα κώδικα περισσότερο – από την καθημερινή στη χρήση, την επισυρμένη.

    Ένα έτος σχεδόν από την υπογραφή του συντάγματος, στις 10 Μαρτίου 1845 (Πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής, συνεδρίαση ΡΓ΄, 10 Μαρτίου 1844), η Βουλή όρισε δεκαμελή επιτροπή βουλευτών «προς παράδοσιν του πρωτοτύπου του Συντάγματος, των ψηφισμάτων και των πρακτικών της Συνελεύσεως» στον Όθωνα. Στις 22 Μαρτίου, ημέρα κατά την οποία η επιτροπή έγινε δεκτή, ο εκπρόσωπός της απευθυνόμενος προς τον βασιλιά, ανάμεσα σε άλλα, είπε τα εξής: «Η εθνική συνέλευσις, περαιωθέντος ευτυχώς του πολιτικού της Ελλάδος Συντάγματος, εξέθηκε τούτο εις τρία πρωτότυπα, επί τω σκοπώ το μεν να φυλάττηται παρά τη Υ.Μ., εκάτερον δε των απολειπομένων δύο, παρ’ εκάστω των δύω άλλων νομοθετικών σωμάτων». Και πρόσθεσε ότι «τον σκοπόν τούτον της εθνικής συνελεύσεως» εκτελεί η Βουλή «παρακαταθέτουσα υπό την προστασίαν της Υ.Μ. την ιεράν ταύτην της κοινής συναινέσεως της Υ.Μ. και του Έθνους παρακαταθήκην, ως και τα πρακτικά της συνελεύσεως». Ανάλογα και ο βασιλιάς στην αντιφώνησή του ονόμασε το χειρόγραφο του Συντάγματος, «επίσημον παρακαταθήκην». Επιπλέον, πρόσθεσε ένα ενδιαφέρον στοιχείο για την παράδοση του πρωτοκόλλου ορκωμοσίας, που είχε συνταχθεί σε τρία αντίτυπα: «Θέλω δε διατάξει να παραδοθή εις την Βουλήν, καθώς και εις την Γερουσίαν, αντίτυπον της παρ’ εμού γενομένης κυρώσεως του Συντάγματος, υπογεγραμμένον τη ιδία μου χειρί» (Πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής, συνεδρίαση ΡΙΒ΄, 24 Μαρτίου 1845).

   Πέρα των παραπάνω τριών κωδίκων, ένας τέταρτος, διαστάσεων 300x200, με το κείμενο του συντάγματος του 1844, δωρεά Μάνου Χαριτάτου, φυλάσσεται στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών. Είναι γραμμένος από τον καλλιγράφο που έγραψε τον κώδικα του Μονάχου με την ίδια επιμέλεια και το ίδιο μελάνι. Ο αριθμός των υπογραφών, οι οποίες είναι λιγότερες από τις υπογραφές του κώδικα του Μονάχου, αποτελεί επαρκή απόδειξη ότι δεν είναι αυτός ο κώδικας με το Σύνταγμα που δόθηκε στον Όθωνα, αλλά ο σωζόμενος στο Μόναχο.

   Ένας πέμπτος κώδικας (διαστάσεων 372x257), δωρεά Νικολάου Βαρδινογιάννη, φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Είναι λιθογραφημένο αντίγραφο άλλου κώδικα με πλάγια ευανάγνωστη γραφή (Ι.Α. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ, Έγγραφα οθωνικής εποχής. Το σύνταγμα του 1844, (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, αριθ. εισαγωγής 5685), Αθήνα, 1972, σ. 13).

   Ένας έκτος κώδικας, στην κατοχή του εκδότη Πέτρου Βέργου, φέρει τον τίτλο Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος. Χωρίς ιδιαίτερες αισθητικές αξιώσεις οι γραμμένες σελίδες του, διαστάσεων 361x221, είναι δέκα εννέα και η γραφή πλάγια προς τα δεξιά. Λείπουν πολλές υπογραφές. Π.χ., στη θέση των αντιπροέδρων υπογράφει μόνο ο Μαυροκορδάτος.

5. Η σύσταση αρχείων και βιβλιοθήκης από τη Βουλή

   Από τα χρόνια της Επανάστασης είχε εκδηλωθεί το ενδιαφέρον για τη διάσωση και φύλαξη πρακτικών εθνοσυνελεύσεων, συνταγμάτων, νομοθετημάτων και κυβερνητικών εγγράφων. Ήταν απαραίτητα για τη λειτουργία του κράτους και ως μέρος της ιστορίας του έθνους χαρακτηρίζονταν εθνικά κειμήλια. Το ίδιο ζωηρό ενδιαφέρον έδειξαν, όπως είδαμε, και τα μέλη της εθνοσυνέλευσης του 1843. Τα επόμενα χρόνια, επειδή όλο αυτό το αρχειακό υλικό κινδύνευε να χαθεί, αποφασίστηκε από τη Βουλή η οργάνωση αρχείων και βιβλιοθήκης. Ως αρχειοφύλακας και βιβλιοφύλακας διορίστηκε, το 1846, ο Γεώργιος Τερτσέτης (Ε. ΛΥΚΟΥΡΗΑΖΑΡΟΥ, Τα αρχεία στο νεοελληνικό κράτος έως την ίδρυση των Γενικών Αρ­χείων (1821-1914), Αθήνα, 1991, σ. 280).

   Για τη φύλαξη των χειρογράφων της εθνοσυνέλευσης διαφωτιστική είναι η έκθεση της 31 Οκτωβρίου 1846 του τότε προέδρου της Βουλής Ρήγα Παλαμήδη (Πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής, συνεδρίαση ΡΠΕ΄, 31 Οκτωβρίου 1846): «τα αρχεία της Συνελεύσεως της 3 Σεπτεμβρίου» τα παρέδωσε το προηγούμενο προεδρείο «ανωμάλως και άνευ καταστάσεως λεπτομερούς έχοντα, αλλ’ εις φακέλους και δεσμίδας τεθειμένα». «Απολείπεται [...] εις την μέλλουσαν προεδρίαν, ίνα καταρτίση το έργον και διαρρυθμίση τα παραληφθέντα κατά την δέουσαν τάξιν, περί του οποίου [...] τον αρμόδιον καιρόν δεν είχομεν ίνα φροντίσωμεν», «χρήζοντα [αυτά] εξιδιασμένης επιστασίας». «Προστίθεται δε ότι το Σύνταγμα, μετά των πρακτικών και λοιπών άλλων εγγράφων της Α. Μεγαλειότητος, παρακατετέθη εις το εν τω αρχείω ωρισμένον σιδηρούν κιβώτιον», το «αγορασθέν εις Παρισίους δραχ. 800».

   Από την ίδια έκθεση πληροφορούμαστε ότι η Βουλή συνέχιζε την παράδοση και μετέγραφε τα πρακτικά της στο βιβλίο το φερόμενο ως «το πρωτότυπον». Είναι όμως το «έργον ανωφελές», παρατηρεί ο Ρήγας Παλαμήδης, «διότι, μ’ όλον ότι [...] δύο υπάλληλοι εργάζονται ιδίως εις την μεταγραφήν τούτων, δεν εγένετο όμως έτι η μεταγραφή των πρακτικών πεντήκοντα δύο συνεδριάσεων της παρελθούσης Συνόδου, της δε παρούσης εκατόν είκοσι τεσσάρων [...]».

6. Η έντυπη παράδοση των πρακτικών της εθνοσυνέλευσης

   Η παράδοση των πρακτικών της εθνοσυνέλευσης, του συντάγματος, των ψηφισμάτων και του πρωτοκόλλου ορκωμοσίας του Όθωνα, πέρα από χειρόγραφη, είναι και έντυπη. Τα πρακτικά άρχισαν να τυπώνονται από τον Δεκέμβριο του 1843 ως έκτακτο παράρτημα του με αρ. 40 τχ. της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως με τον τίτλο Η της τρίτης Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική Συνέλευσις. Πρακτικά, Εν Αθήναις, Εκ του Βασιλικού Τυπογραφείου (τόμος από 7+738 σελίδες): Στις επτά πρώτες σελίδες, εισήγηση προς τους πληρεξούσιους, αναλύεται το σχέδιο του συντάγματος. Οι επόμενες σ. 1-703 καλύπτουν τα πρακτικά της εθνοσυνέλευσης, οι σ. 704-719 το σύνταγμα, οι σ. 720-730 τα ψηφίσματα, οι σ. 731-736 τον νόμο περί εκλογής βουλευτών και οι σ. 737-738 το πρωτόκολλο ορκωμοσίας του Όθωνα. Ο τόμος, πανομοιότυπος κατά τα άλλα, κυκλοφόρησε και με τον τίτλο: Πρακτικά της εν Αθήναις της τρίτης Σεπτεμβρίου Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως, Εκδοθέντα δημοσία δαπάνη, Εν Αθήναις, Εκ του Βασιλικού Τυπογραφείου, Τω αωμδ΄ έτει από X. Τα κείμενα, πλην των πρακτικών, περιέχονται και στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στις εφημερίδες της εποχής, όπως στην Αθηνά (αρ. 1103, 11 Μαρτίου 1844, σ. 3-4 το σύνταγμα, αρ. 1106, 22 Μαρτίου, σ. 2-4 τα ψηφίσματα και ο νόμος περί εκλογής βουλευτών), στην εφημερίδα Αιών (αρ. 516, 18 Μαρτίου, σ. 1-2 ο νόμος, αρ. 517, 23 Μαρτίου, σ. 5-6 το σύνταγμα, αρ. 518, 31 Μαρτίου, σ. 4 τα ψηφίσματα, ως το θ΄), στην εφημερίδα Ελπίς (αρ. 129, 1 Απριλίου, σ. 517-518 το σύνταγμα, αρ. 130, 6 Απριλίου, σ. 520-522 τα ψηφίσματα).

   Οι εφημερίδες, παρά την περιορισμένη κυκλοφορία τους, αποτελούν αξιόλογη πηγή πληροφόρησης. Σε τέσσερις κυρίως από αυτές, Ελπίς, Αθηνά, Φίλος του Λαού και Καρτερία, που τηρούσαν πλήρη πρακτικά (Ιωάννης Δημάκης, Η πολιτειακή μεταβολή του 1843 και το ζήτημα των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, Αθήνα, 1991, σ. 10), διασώζονται πληρέστερα μερικές αγορεύσεις και τα ονόματα των αγορητών, τα οποία η εθνοσυνέλευση είχε αποφασίσει να μην αναγράφονται στα επίσημα πρακτικά (συνεδριάσεις Γ΄ και Δ΄, 15 και 16 Νοεμβρίου 1843) (Πρβλ. και ΠΑΝΤΕΛΗΣ, ό.π., σ. 41). Αξιοσημείωτη πηγή των συζητήσεων στην εθνοσυνέλευση, ως την ψήφιση του κανονισμού, είναι και τα Πρακτικά Παντελή (ΠΑΝΤΕΛΗΣ, ό.π., σ. 97-109: ο κανονισμός) και στα γερμανικά το σύνολο των πρακτικών του Alexander  Clarus Heinze (Alexander Clarus Heinze, Der hellenische Nationalcongress zu Athen in den Jahren 1843 und 1844, Leipzig, 1845, ανατύπωση 2010).

   Τα επίσημα πρακτικά της εθνοσυνέλευσης επανεκδόθηκαν φωτομηχανικά το 1993 από το Ινστιτούτο Ελληνικής Συνταγματικής Ιστορίας και Συνταγματικής Επιστήμης «με αφορμή την επέτειο των 150 χρόνων από την […] ψήφιση του Συντάγματος του 1844», όπως γράφεται στον πρόλογο, με ευρετήριο ομιλητών κατά συνεδρίαση και θεματικό ευρετήριο (Η της τρίτης Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική Συνέλευσις. Πρακτικά, Αθήνα, 1993). Φωτομηχανική, του ίδιου έτους, είναι και η ανατύπωση από την εβδομαδιαία εφημερίδα Ποντίκι (Πρακτικά της εν Αθήναις της τρίτης Σεπτεμβρίου Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως, Εκδοθέντα δημοσία δαπάνη, Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου, Τω αωμδ΄ έτει από Χ.γ., Ανατύπωση, Αθήνα, 1993). Τα πρακτικά, το σύνταγμα, τα ψηφίσματα, ευρετήριο ομιλητών, θεματικό ευρετήριο πληρεξουσίων και παράρτημα με δημοσιεύματα του τύπου των ετών 1843-1845, εξέδωσε και η Βουλή των Ελλήνων το 1995, «για να τιμήσει», σύμφωνα με τον τότε πρόεδρό της Απόστολο Χ. Κακλαμάνη, «το γεγονός της συμπλήρωσης 150 χρόνων συνταγματικού βίου (Γιώργος Χ. Σωτηρέλλης (επιμ.), Πρακτικά της εν Αθήναις Εθνικής Συνελεύ­σεως. Ανατύπωση - Ευρετήρια - Δημοσιεύματα τύπου, Αθήνα, 1995).

7. Η φωτογραφική επανέκδοση του συντάγματος του 1844

   Στα εκατόν πενήντα χρόνια συνταγματικού βίου (1844-1994) η Βουλή των Ελλήνων με απόφαση του τότε προέδρου της Απόστολου Χ. Κακλαμάνη το 1994, εξέδωσε το σύνταγμα του 1844 σε 20.000 αντίτυπα, για να τα προσφέρει σ’ όλα τα ελληνικά σχολεία του εσωτερικού και του εξωτερικού. Η προσφορά υπήρξε πράξη συμβολική, επειδή πρώτιστα η εδραίωση και φύλαξη των δημοκρατικών θεσμών, των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών και των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι έργο παιδείας. Η φωτογραφική αυτή έκδοση του συντάγματος του 1844 αποδίδει το πρώτο από τα δύο χειρόγραφα της Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων που παραπάνω περιγράφηκαν. Η φωτογραφία θεωρείται το καλύτερο μέσο για να επιτευχθεί μια πραγματικά αξιόπιστη πανομοιότυπη έκδοση και προτιμάται σε εκδόσεις με ιδιαίτερη σπουδαιότητα. Η επαφή, εξάλλου, με τα μνημεία άλλων εποχών, εξαιρετικής πολιτικής και πολιτιστικής σημασίας, και με μερικότερα στοιχεία, τη γραφή, τις ιδιόχειρες υπογραφές, έχει παραστατική και συναισθηματική δύναμη.

Τελευταία μικρή προσθήκη στις 8-3-2014 και νεότερη, προσθήκη εισαγωγικού σημειώματος / απάντησης στο ερώτημα αν η 3η Σεπτεμβρίου 1843 μπορεί να χαρακτηριστεί ως επανάσταση ή πραξικόπημα, στις 31-3-2016.

Γιάννης Γιαννόπουλος