Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

 

‘‘Η κρίσιμη πενταετία’’ 1828-1832

και τα σχετικά με αυτή πιθανά οδωνύμια του Καρπενησίου[1]

Στο άμεσο ή το απώτερο μέλλον από τα ενδιαφέροντα των συντακτών -τακτικών ή έκτακτων- των ‘‘Καρπενησιώτικων’’ δε θα ξεφύγει ως αντικείμενο έρευνας το οδωνυμικό, η ιστορία της ονοματοθεσίας των οδών του Καρπενησίου. Όποιος ασχοληθεί συστηματικά θα αναζητήσει τις πηγές, ό,τι υπάρχει στους φακέλους του δήμου Καρπενησίου, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ) και στο υπαγόμενο σ’ αυτά Ιστορικό Αρχείο Ευρυτανίας. Δεν θα καταπιαστούμε εδώ με την ιστορία του θέματος, τις πρώτες ονοματοθεσίες ή τις αλλαγές οδωνυμίων ανάλογα με την ιστορική συγκυρία. Μπορούμε, ωστόσο, να πληροφορήσουμε τον αναγνώστη –ταιριάζει να πούμε υπενθυμίσουμε στον ντόπιο αναγνώστη κάποιας ηλικίας– ότι δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που ο ταχυδρόμος μοίραζε τα γράμματα όχι με βάση τα υπάρχοντα οδωνύμια που σπάνια είχαν δοθεί σε δρόμους πέρα από το κέντρο, αλλά ‘‘εμπειρικά’’: Δεν του ήταν άγνωστο που διέμεναν οι παραλήπτες τους. Καμιά φορά μόνο, για τους νεοαφερμένους υπαλλήλους, ή και άλλους, όπως επισκέπτες και πρόσκαιρα διαμένοντες, αρκούσε να ρωτήσει και να μάθει. Αυτού του είδους η έρευνα ήταν μέρος των καθηκόντων του.

Τα αστικά οδωνύμια, αν και έχουν χρηστική λειτουργία, αποτελούν προνομιακό μηχανισμό σήμανσης του δημόσιου χώρου και αποτυπώνουν πολιτικές, ιδεολογικές αλλά και τοπικές ή και προσωπικές προτιμήσεις / επιδιώξεις των διαχειριστών της εξουσίας και της ιστορίας. Συμβάλλουν, τουλάχιστον σ’ έναν βαθμό, στη συγκρότηση της συλλογικής πολιτισμικής, κοινωνικής και πολιτικής μνήμης, κατά κάποιο τρόπο αποτελούν και προέκταση του φαντασιακού μιας τοπικής κοινότητας. Στο αστικό περιβάλλον ενσωματώνονται οι αφηγήσεις για το τοπικό και το εθνικό ιστορικό παρελθόν, ενίοτε και για το υπερεθνικό, που δείχνει, όταν αυτό συμβαίνει, πόσο η κοινότητα είναι ανοιχτή προς τον έξω κόσμο.

Με την ευκαιρία της πρόσφατης έκδοσης του βιβλίου μου Η Ευρυτανία στη διαδρομή της εθνολογικής σύνθεσης και διοικητικής οργάνωσης, Ίδρυμα Γαζή – Τριανταφυλλόπουλου, Εκδόσεις Μάτι, Κατερίνη 2021 (576 σελίδες), και του φετινού διακοσιοστού έτους από την Επανάσταση, μου γεννήθηκε η απορία αν έχουν δοθεί σε οδούς του Καρπενησίου τα ονόματα ορισμένων σημαντικών προσώπων τα οποία συνδέονται με την εκδήλωση της Επανάστασης στην περιοχή, την απελευθέρωση της Στερεάς και του Καρπενησίου, όπως και με τη χάραξη των ηπειρωτικών συνόρων του Ελληνικού κράτους το 1832, τα οποία έκτοτε αποτελούν τα βόρεια σύνορα της Ευρυτανίας και όλης της Στερεάς. Ιδιαίτερα την προσοχή μου τράβηξε η κρίσιμη για την τύχη της περιοχής, και όλης της Στερεάς, πενταετία 1828-1832. Αυτά τα χρόνια απαιτήθηκαν επιδέξιοι πολιτικοί και διπλωματικοί χειρισμοί και στρατιωτικές ενέργειες καθόλου μικρής σημασίας μέχρι να κριθεί το εδαφικό, συνάρτηση του οποίου αποτελεί και το συνοριακό. Τίποτε πριν και στη διάρκεια αυτών των ετών δεν ήταν δεδομένο.

Το ελληνικό ζήτημα το πέμπτο έτος από την έκρηξη το 1821 της επανάστασης με την απόβαση του Ιμπραήμ πασά το 1825 στην Πελοπόννησο είχε εισέλθει σε κρίση[2]. Ο Ιμπραήμ, για να δώσει ένα τέλος, επρόκειτο να μεταφέρει τους Έλληνες χριστιανούς στην Αίγυπτο και να εγκαταστήσει Αιγύπτιους μουσουλμάνους στην Πελοπόννησο. Αυτή η αποκρουστική προοπτική στην Ευρώπη κινητοποίησε όσους υποστήριζαν τα φιλελεύθερα κινήματα, επίσης όσους έβλεπαν τους επαναστατημένους με συμπάθεια ως απογόνους των δημιουργών του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Αλλά και κυβερνήσεις, κυρίως της Αγγλίας, δεν έμειναν απαθείς. Μια ρωσική κάθοδος μπορούσε να επιλύσει μονομερώς το ελληνικό ζήτημα που ήταν μέρος του ανατολικού ζητήματος και να βλάψει σοβαρά τα αγγλικά συμφέροντα στην Ανατολή.

Ο από το 1822 υπουργός των Εξωτερικών George Canning ανακαινιστής της αγγλικής πολιτικής, καίτοι του κόμματος των Tοries, δεν έμεινε αδρανής: Προκάλεσε το 1825 ελληνικό αίτημα μεσολάβησης και την υπογραφή του αγγλορωσικού πρωτόκολλου της 23-3 / 4-4 1826 στην Αγία Πετρούπολη. Διαβεβαίωναν οι συμβαλλόμενοι σ’ αυτό ότι η μεσολάβησή τους δεν υπέκρυπτε ιδιοτελείς σκοπούς και καλούσαν τις άλλες δυνάμεις της Ιερής Συμμαχίας να συμπράξουν. Η Αυστρία διαφώνησε και η Ιερή Συμμαχία διαλύθηκε. Ο Αυστριακός πρεσβευτής στο Λονδίνο υποστήριξε ότι η λέξη της συμφωνίας μεσολάβηση (mediation) υπέκρυπτε αναγνώριση ελληνικής κυβέρνησης.

Στις 6 Ιουλίου 1827 στο Λονδίνο, στο Foreign Office, ένα μήνα πριν από τον θάνατο του πρωθυπουργού πλέον της Αγγλίας George Canning, οι εκπρόσωποι τριών ευρωπαϊκών δυνάμεων (είχε προσχωρήσει και η Γαλλία) υπέγραψαν συνθήκη, η οποία προέβλεπε να παρεμβληθούν ανάμεσα στους εμπόλεμους οι ναυτικές τους δυνάμεις στο Αιγαίο, μέχρι να βρεθεί λύση του ελληνικού ζητήματος.

Αλλά μετά τον θάνατο του Canning η πολιτική της Αγγλίας δεν ήταν η ίδια. Τα επόμενα χρόνια, ιδίως η επί τριετία (22/1/1828-16/11/1830) κυβέρνηση του Δούκα του Wellington και υπουργό των Εξωτερικών τον Aberdeen επί τριάμισι χρόνια (2 Ιουνίου 1828-22 Νοεμβρίου 1830) δεν έδειξε το ίδιο ενδιαφέρον. Ο Ουέλλινγκτον και ο Άμπερντιν εκδήλωναν την οργή τους για το κακό που έκαμαν στους Οθωμανούς, τον παραδοσιακό τους σύμμαχο.

Αλλά κάποιες κοινές αποφάσεις των τριών δυνάμεων είχαν στο μεταξύ δρομολογηθεί. Στο πρωτόκολλο της 11-8-1828, περιέχεται ένα σχέδιο δήλωσης σχετικά με την αποστολή [γαλλικών] στρατευμάτων στον Μοριά. Σε λίγες μέρες, στις 16-8-1827, κοινοποιήθηκε στην Οθωμανική Πύλη και το περιεχόμενο της συνθήκης της 6-7-1827. Της ανακοινώθηκε και για ποιο λόγο πραγματοποιείται η εκστρατεία στον Μοριά και, επιπλέον, ότι τον θέτουν μαζί με τις παρακείμενες νήσους και τις Κυκλάδες υπό την εγγύησή τους. Γαλλικός στρατός υπό τον στρατηγό Maison έφτασε στη Μεθώνη στις 30-8-1828 και ως τις 30-10-1828 εκκαθάρισε όλα τα κατεχόμενα από τις τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις φρούρια της χερσονήσου. Η διακήρυξη ότι οι Δυνάμεις έθεταν προσωρινά υπό την εγγύησή τους την Πελοπόννησο και τα παραπάνω νησιά, όπως, πολύ περισσότερο, η άρνηση της Αγγλίας να συγκατατεθεί στη συνέχιση της εκστρατείας των γαλλικών δυνάμεων πέρα από τον Ισθμό, προκάλεσαν μεγάλη ανησυχία στους κατοίκους της Στερεάς. Το ίδιο χρονικό διάστημα, ένα άλλο πολύ σοβαρό γεγονός ευνοϊκό για την ελληνική υπόθεση, αν και όχι ευθέως για τη Στερεά, ήταν η ολοσχερής καταστροφή στις 8/20 Οκτωβρίου 1827 στον κόλπο του Ναβαρίνου του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Η Πύλη, πιεζόμενη, απαντούσε  ότι η ανταρσία των Ελλήνων είναι εσωτερική υπόθεση του οθωμανικού κράτους και μόλις το 1829 άρχισε να δέχεται ότι υπάρχει όχι ελληνικό αλλά μοραΐτικο ζήτημα.

Όταν στις 6/18 Ιανουαρίου 1828 ο Ιωάννης Καποδίστριας ανέλαβε τα καθήκοντά του ως κυβερνήτης, ήταν διάχυτη, πέρα των άλλων προβλημάτων των σχετικών με το εδαφικό, η αβεβαιότητα και ανησυχία για την τύχη της Στερεάς. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου στις 10 Απριλίου 1826 είχε καταληφθεί από τους Οθωμανούς. Ύστερα ό,τι είχε ανακτηθεί επί ένα χρόνο υπό την ηγεσία του Γεώργιου Καραϊσκάκη, είχε χαθεί μετά τον θάνατό του στις 23 Απριλίου 1827.

Ο Καποδίστριας, παρά την πολιτική της Αγγλίας επί του εδαφικού και την καχυποψία για τις προθέσεις του, επειδή είχε διατελέσει υπουργός της Ρωσίας, ακολούθησε πολιτική, η οποία ξεπερνούσε κατά πολύ τις αγγλικές θέσεις. Εξαρχής, με επιδέξιους χειρισμούς προχώρησε στην οργάνωση ημιεπαγγελματικού στρατού, των χιλιαρχιών, τις οποίες μισθοδοτούσε με δανεικά χρήματα που δεν είχε το κράτος, για να απελευθερώσουν τα πέραν του Ισθμού εδάφη.

Πίεση άσκησε και στους πρεσβευτές, εκπροσώπους των δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, που ήρθαν στον Πόρο και επί δίμηνο το φθινόπωρο του 1828 εργάστηκαν για να διατυπώσουν προτάσεις στις κυβερνήσεις τους επί του εδαφικού. Στο πρωτόκολλο αυτής της πρεσβευτικής διάσκεψης του Πόρου της 12-12-1828, αναπτύσσεται και το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης να περιληφθούν στην ελληνική επικράτεια η Θεσσαλία και το μεγαλύτερο μέρος της Ηπείρου, ως το Δέλβινο, που βρίσκεται βορειότερα των σημερινών ελληνικών συνόρων. Στο κείμενο της διάσκεψης προβάλλεται ως πρόταση η γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού. Αναπτύχθηκαν και άλλες δυσμενέστερες για την Ελλάδα λύσεις. Και με επιχειρήματα υποστηρίχτηκε, τα οποία κυρίως οφείλονται στον Άγγλο πρεσβευτή Stratford Canning, ότι η Θεσσαλία και η Ήπειρος, η Σάμος και η Κρήτη θα έπρεπε να εξακολουθήσουν να αποτελούν μέρος της οθωμανικής επικράτειας.

Οι επιχειρήσεις των ελληνικών δυνάμεων στη Στερεά κράτησαν ως τον Σεπτέμβριο του 1929. Το δεύτερο εξάμηνο του 1828, παραδόθηκαν στους Έλληνες στις 5 Νοεμβρίου η Λιβαδειά και στις 17 του ίδιου μήνα το φρούριο των Σαλώνων. Ο χιλίαρχος Κίτσος Τζαβέλας στις 17 Νοεμβρίου κατευθυνόταν προς το Καρπενήσι, ένα άλλο στρατιωτικό σώμα προς τα Άγραφα και ο Ιωάννης Στράτος με τη χιλιαρχία του προς τη Νεόπατρα, μαζί με τον καπετάνιο της περιφέρειας Ευαγγέλη Κοντογιάννη. Οι δυνάμεις του χιλίαρχου Τζαβέλα και του στρατηγού Ντεντζέλ (Dentzel), που κινήθηκαν προς το Καρπενήσι, ξεπερνούσαν τις 4.000. Ο Ντεντζέλ, είχε καταλάβει στο μεταξύ τον μισό Μαραθιά, ενώ τον άλλο μισό τον κατείχαν 1.200 Τουρκαλβανοί. Ανατολικά του Καρπενησίου στο Μαυρίλο του Τυμφρηστού τοποθετήθηκαν, όπως και σε άλλες θέσεις κάποιας σημασίας, άνδρες του χιλίαρχου Στράτου. Η οθωμανική φρουρά το Καρπενησίου, ενώ την πολιορκούσε ο Κίτσος Τζαβέλας, δέχτηκε νέες ενισχύσεις και έγιναν τρεις απόπειρες τροφοδοσίας της. Τελικά, «την 23 οι Τούρκοι, ως τέσσαρες χιλιάδες έφυγον νυκτός προς Άγραφα». Στην είδηση της απελευθέρωσης του Καρπενησίου στις 23 Νοεμβρίου αναφέρθηκε η Γενική Εφημερίς μετά δεκαεννιά ημέρες: «Από αξιωματικά γράμματα εκ του εν Καρπενησίω στρατοπέδου της 24 του Νοεμβρίου βεβαιούμεθα, [...] ότι οι εν Καρπενησίω εχθροί περί τους 4,500. Την 23, δύο ώρας πριν εξημερώση, έφυγαν και διευθύνθησαν εις Άγραφα από το μέρος των Καγκελίων».

Άλλες πόλεις της Στερεάς οι Τούρκοι τις κράτησαν πολύ περισσότερο. Από τη Βόνιτσα αποχώρησαν στις 5 Μαρτίου 1829. Στη Ναύπακτο οι ελληνικές δυνάμεις εισήλθαν στις 22 Απριλίου 1829. Από το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό οι Τούρκοι αναχώρησαν με συνθήκη στις 2 Μαΐου 1829. Η τελευταία μάχη με τους Οθωμανούς, της οποίας τη διεύθυνση είχε ο Δημήτριος Υψηλάντης, δόθηκε στην Πέτρα της Βοιωτίας στις 12/24 Σεπτεμβρίου 1929.

Μετά την παρέλευση εξαμήνου, στις 22-3-1829, υπογράφηκε στο Foreign Office ένα άλλο ιδιαίτερης σημασίας πρωτόκολλο. Αποφασίστηκε να τεθεί στην Οθωμανική Πύλη ως εξής το συνοριακό: Το χερσαίο σύνορο από την είσοδο του Κόλπου του Βόλου, ακολουθεί την κορυφογραμμή της Όθρυος, ως την κορυφή ανατολικά των Αγράφων στο σημείο επαφής με την οροσειρά της Πίνδου. Από αυτή την υψηλή κορυφή κατέρχεται στην πεδιάδα του Ασπροπόταμου, διέρχεται Ν του Λεοντίτου που παραμένει στην Τουρκία, διασχίζει την κορυφογραμμή του Μακρυνόρους και φτάνει, αφήνοντας στους Έλληνες το ομώνυμο στενό που καταλήγει στην πεδιάδα της Άρτας, ως τη θάλασσα του Αμβρακικού κόλπου.

Η Οθωμανική Πύλη στρεφόμενη μόνο κατά της Ρωσίας, επειδή είχε πάρει μέρος με πλοία της στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, είχε κλείσει τα Στενά. Ο τσάρος Νικόλαος Α΄ τον Απρίλιο του 1828 της κήρυξε τον πόλεμο. Και, όταν τα ρωσικά στρατεύματα έφτασαν κοντά στην Κωνσταντινούπολη στις 14-9-1929 υπογράφηκε η συνθήκη της Αδριανούπολης, με την οποία η Οθωμανική Πύλη αναγκάστηκε να αναγνωρίσει αυτόνομο ελληνικό κράτος  Η Αγγλία, ενοχλημένη από αυτή τη μονομερή επίλυση του ελληνικού ζητήματος, προκάλεσε με το πρωτόκολλο της 3-2-1830 τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ταυτόχρονα, επέμεινε και ορίστηκε το βόρειο σύνορο στη Στερεά Ελλάδα να χαραχθεί στη γραμμή Ασπροποτάμου [Αχελώου], Αγγελοκάστρου, οροσειράς Παναιτωλικού, Οξυάς, Σπερχειού ως τις εκβολές του, αφήνοντας πάλι έξω από την ελληνική επικράτεια όχι μόνο τη Σάμο και την Κρήτη αλλά και σημαντικό αριθμό επαρχιών της Στερεάς, ανάμεσα σ’ αυτές του Καρπενησίου και των Αγράφων. Στην ίδια διάσκεψη, με δεύτερο ξεχωριστό πρωτόκολλο αυθημερόν, προτάθηκε ως Prince Souverain de la Grèce –κατά την τότε μετάφραση, ‘‘Hγεμόνας Kυριάρχης’’ της Ελλάδος, όχι βασιλιάς– του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους ο πρίγκιπας του Σαξωνικού Κοβούργου Λεοπόλδος, ο οποίος ζήτησε κυρίως την ευνοϊκή επίλυση του εδαφικού. Με το πρωτόκολλο της 20-2-1830 έλαβε την απάντηση ως προς το αίτημα επανεξέτασης των αποφάσεων που αφορούν τα [ηπειρωτικά] όρια του νέου κράτους ότι υπάρχουν αξεπέραστα εμπόδια. Ο Λεοπόλδος επανήλθε και τελικά μετά τέσσερις σχεδόν μήνες άκαρπων προσπαθειών κατέθεσε στις 9/21-5-1830 την παραίτησή του.

Μετά παρέλευση εξαμήνου, ο νέος, από τον Νοέμβριο του 1839, υπουργός των Εξωτερικών Palmerston, ο οποίος επικροτούσε, την ανανεωτική πολιτική του George Canning, έδειξε έμπρακτα το ενδιαφέρον του για το ελληνικό ζήτημα. Με το πρωτόκολλο της 26-9-1831 ν.η. καλούνταν η Πύλη να δεχτεί τη γραμμή Βόλου-Άρτας. Στο ελληνικό κράτος εντάσσονταν, ιδιαιτέρως αναφέρεται, η Εύβοια και η Αττική. Σε λίγες μέρες, στις 27/9 (5/10) 1831, ο Κυβερνήτης δολοφονήθηκε. Επακολούθησε περίοδος αναταραχής και αναρχίας. Οι κυβερνήσεις των τριών Δυνάμεων, επιτέλους, προσδιόρισαν τη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού και εξέλεξαν ως βασιλέα με εξουσίες μονάρχη  (σύμβαση / convention του Λονδίνου της 7 Μαΐου 1832) τον πρίγκιπα του Βασιλείου της Βαυαρίας Όθωνα. Στις 9/21 Ιουλίου με τον Διακανονισμό της Κωνσταντινούπολης, αλλιώς συνθήκη του Καλεντέρ Κιοσκ, η Υψηλή Πύλη αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Ελλάδας και δέχτηκε να συσταθεί επιτροπή για τη χάραξη διευρυμένων πλέον των ηπειρωτικών συνόρων του Ελληνικού Κράτους στη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού. Στα ανατολικά έσχατο σημείο ορίζεται το στόμιο του μικρού ποταμού, ο οποίος ρέει κοντά στο χωριό Gradiza (Γαρδίκι –από το 1927 Πελασγία– στο ΒΔ άκρο της Φθιώτιδας). Η συνοριακή γραμμή ανέρχεται ως τις πηγές του ποταμού, από εκεί φτάνει ως την κορυφή του όρους Όθρυς, έπειτα ακολουθεί δυτική κατεύθυνση, την κορυφογραμμή κατά μήκος της οποίας υπάρχουν κορυφές, όπως του Βαρίμποβου και του Βελουχιού. Από εκεί, η συνοριακή γραμμή, περνώντας από την κοιλάδα του Ασπροπόταμου καταλήγει στον κόλπο της Άρτας ανάμεσα στην Κόπραινα και το Μενίδι. Η γέφυρα της Τατάρνας, το στενό πέρασμα και ο πύργος του Μακρυνόρους όριζε η συνθήκη να περιέλθουν στην Ελλάδα και η γέφυρα του Κόρακα και οι Αλαταριές της Κόπραινας να εξακολουθήσουν να ανήκουν στην Οθωμανική Πύλη. Η επαρχία Ζητουνίου / Λαμίας, το αριστερά της κοίτης του Σπερχειού, εκχωρήθηκε στην Ελλάδα με το πρωτόκολλο της 18/30-8-1832 έναντι τιμήματος 40.000.000 γροσίων. Με το ίδιο πρωτόκολλο συγκροτήθηκε και η οροθετική επιτροπή από τους συνταγματάρχες Γ. Μπέικερ της Μεγάλης Βρετανίας, Α. Σκάλον της Ρωσίας και Ι. Μπαρτελεμί της Γαλλίας. Δύο άλλα μέλη της ήταν ο στρατηγός Γιαννάκης Στάικος και ο Χουσεΐν μπέης.

Οι οροθέτες των Δυνάμεων κατά τη χάραξη υποστήριξαν αργότερα ότι έλαβαν υπόψη την περιγραφή της συνοριακής γραμμής, όπως αυτή είχε διατυπωθεί κατά την υπογραφή της συνθήκης βάσει χάρτη της εποχής, ο οποίος προφανώς δεν ήταν τόσο ακριβής, αλλά ενεργώντας με επαγγελματισμό και ευσυνειδησία για να δώσουν κυρίως στην Ελλάδα τη δυνατότητα υπεράσπισης των εδαφών της σε περίπτωση πολεμικής σύρραξης, αναζήτησαν περισσότερο κατάλληλες λύσεις. Σώζονται τα πρακτικά που τηρήθηκαν «παρά των επί της οροθεσίας επιτρόπων» και χάρτης, του 1834, αποτύπωσης των συνόρων και της όλης περιοχής, στον οποίο αναγράφονται τα επί της γραμμής των συνόρων ονόματα.

 Μία από τις επιλογές των οροθετών, ιδιαίτερης σημασίας, κυρίως για τους κατοίκους του ΒΑ τμήματος της Ευρυτανίας, υπήρξε η χάραξη του συνόρου λίγο πριν από τη Βρύση Ζαχαράκη, τρία μίλια ανατολικά της Φουρνάς. Καθώς το σημείο αυτό είναι αρκετά βορειότερα από το υποδεικνυόμενο στη συνθήκη, το κοντινό στο Βελούχι, η Υψηλή Πύλη αρνούνταν να εγκρίνει τον χάρτη επί τριετία, ως το τέλος του 1835. Τον αποδέχθηκε τελικά ύστερα από πιέσεις. Οι τρεις κύριοι οροθέτες τον παρέδωσαν στον ρεΐς εφέντη στην Κωνσταντινούπολη στις 18/30 Δεκεμβρίου 1835 και ένα του αντίτυπο στον Όθωνα στις 6/18 Ιανουαρίου 1836.

Τα σύνορα του 1832 αποτελούν έκτοτε το βόρειο σύνορο της Στερεάς. Ένα μέρος τους και της Ευρυτανίας. Διασαλεύτηκαν ελαφρώς λίγες μέρες πριν από την πτώση της δικτατορίας το Ιούλιο του 1974 με την υπαγωγή έξι ευρυτανικών κοινοτήτων στον νομό Καρδίτσας.

Μετά τα παραπάνω, προτείνουμε σε προσεχή προσθήκη ή αναπροσαρμογή οδωνυμίων του Καρπενησίου ή και άλλων ευρυτανικών οικισμών να τιμηθούν, όπως αρμόζει, τα ακόλουθα πρόσωπα της κρίσιμης πενταετίας 1828-1832: Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, Χιλίαρχος Κίτσος Τζαβέλας, Οροθέτες Συνταγματάρχες  Γ. Μπέικερ, Α. Σκάλον, Ι. Μπαρτελεμί, ή και άλλα παραπάνω αναφερόμενα.

Καιρός είναι από κατάλληλη Επιτροπή να καταγραφεί σε βιβλίο, όπως αρμόζει, ή και να αναπροσδιοριστεί το οδωνυμικό, γιατί «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος».

 



[1] Τύποις δημοσιευμένο το παρόν άρθρο στο περιοδικό Καρπενησιώτικα, τεύχος , σ. - .

[2] Μιχάλης Β. Σακελλαρίου, Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2013. ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (24 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ - 23 ΜΑΙΟΥ 1825)

ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (24 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ - 23 ΜΑΙΟΥ 1825

ΑΤΑΛΥΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (24 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ - 23 ΜΑΙΟΥ 1825