Κυριακή 27 Μαρτίου 2016








 ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΟΝ

ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ*



1. Η οριοθέτηση παρελθόντος - παρόντος

Η διάκριση παρελθόντος - παρόντος, του άλλοτε από το τώρα, συνιστά ουσιαστικό στοιχείο, για να αντιληφθούμε τον χρόνο, και αποτελεί θεμελιακή δραστηριότητα της ανθρώπινης συνείδησης και της ιστοριογραφίας. Το παρόν, και από τη συνείδηση και από την ιστοριογραφία, δεν περιορίζεται σε μια χρονική στιγμή, η οποία, προτού προλάβουμε να τη σκεφτούμε, γίνεται παρελθόν. Ο προσδιορισμός, επομένως, της χρονικής έκτασης ή του εύρους του παρόντος, της σύγχρονης περιόδου, δεν είναι κατιτί το αυτονόητο. Εύκολα, εξάλλου, αυτό το διαπιστώνουμε αν ρίξουμε μια ματιά σε διαφορετικά γενικά έργα ιστοριογραφίας και σε σχολικά εγχειρίδια ιστορίας. Ανάλογα με την έμφαση που δίνεται, με το κριτήριο που επιλέγεται συνειδητά ή με αυτό που υπόκειται ασυνείδητα, τοποθετείται και η τομή. Στη γαλλική ιστοριογραφία, για να τονιστεί ότι με τη γαλλική επανάσταση αρχίζει μια νέα εποχή, η οποία αντιδιαστέλλεται αποφασιστικά από το παλαιό καθεστώς (ancien régime), η τομή γίνεται στο 1789. Από τότε υπολογίζεται η σύγχρονη γαλλική ιστορία. Η τομή παρελθόντος - παρόντος στην αγγλική ιστορία τοποθετείται την ίδια ακριβώς εποχή, με άλλο όμως κριτήριο, τη βιομηχανική επανάσταση, που η έναρξή της από μερικούς ιστορικούς εντοπίζεται στη δεκαετία του 1780. Εδώ το κριτήριο είναι τεχνικό / οικονομικό, καθώς η βιομηχανική επανάσταση πρόσφερε νέες, τελείως διαφορετικές, προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης με όλες τις συνέπειες. Με άλλο κριτήριο, πολιτικό αυτή τη φορά, η απαρχή της αγγλικής ιστορίας συμπίπτει με τη θεσμοθέτηση του κοινοβουλευτισμού το 1689.

Με κριτήρια ανάλογα προς εκείνα της γαλλικής ιστοριογραφίας και η ελληνική ιστοριογραφία θέτει την τομή παρελθόντος - παρόντος, με ή χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένο γεγονός, στις αμέσως πριν από το 1800 δεκαετίες, όταν με την αύξηση των οικονομικών δραστηριοτήτων νέου τύπου – εμπόριο, ναυτιλία – πραγματοποιείται το άνοιγμα προς την Ευρώπη και εκδηλώνεται το κίνημα του ελληνικού διαφωτισμού. Αλλά μπορούν να επιλεγούν και άλλες τομές σε σχέση με αυτό που θέλουμε να αποδώσουμε σε ό,τι ονομάζομε παρόν και σε κείνο που εντάσσουμε στο παρελθόν. Η επανάσταση του 1821, η γένεση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους το 1830, ο διπλασιασμός της Ελλάδας με τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913, το τέλος της μεγάλης ιδέας το 1922, η έναρξη της μεταπολεμικής εποχής το 1944, η  εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση και η απογείωση, το take off, της ελληνικής οικονομίας το 1960, ή το έτος 1974, με το οποίο εγκαινιάζεται η μεταδικτατορική περίοδος, αποτελούν τομές αυτού που εκλαμβάνουμε ως παρόν.

Στην ιταλική ιστοριογραφία δύο είναι συνήθως τα σημεία εκκίνησης της σύγχρονης  ιταλικής ιστορίας. Είτε το risorgimento, η περίοδος από τις αρχές του 19ου αιώνα ως το 1870, κατά την οποία η Ιταλία απέκτησε την ανεξαρτησία της και πέτυχε την ενοποίησή της σε εθνικό κράτος είτε η άνοδος του φασισμού στη δεκαετία του 1920. Στην τουρκική ιστορία οι τομές μπορούν να τοποθετηθούν είτε στο 1839, έτος έναρξης του tanzimat (των μεταρρυθμίσεων) είτε νωρίτερα το 1789, με την άνοδο του Σελίμ Γ΄, όταν άρχισε να εκδηλώνεται αυτή η πρόθεση, είτε αργότερα το 1922 (κυρίως τότε), όταν διαλύεται η οθωμανική αυτοκρατορία και επιχειρείται από τον Mustafa Kemal η μετάβαση από το οθωμανικό ισλαμικό ως προς την ιδεολογία του στο εθνικό τουρκικό κοσμικό κράτος. Με την ευκαιρία της αναφοράς στην ιστορία της γειτονικής χώρας, αξίζει να τονίσουμε πόσο συμβατικές είναι οι τομές στην ιστοριογραφία, αφού οι ουσιαστικές μεταβολές συντελούνται στη μακρά διάρκεια και η πάλη ανάμεσα στο παλαιό και το νέο όχι μόνο δεν παύει αυτόματα, αλλά συνεχίζεται χωρίς τα όρια να είναι σαφή. Η σύγχρονη εποχή, το παρόν, ποτέ δεν επικρατεί ολοκληρωτικά. Παρά την παρέλευση τόσων δεκαετιών από τότε που ο Kemal εκσφενδόνισε το κοράνι στη μεγάλη τουρκική εθνοσυνέλευση, το Ισλάμ επανέρχεται με άλλο πρόσωπο απαιτητικό. Πιο εντυπωσιακά, όπως είναι γνωστό, εισέβαλε το παρελθόν στο παρόν της Περσίας το 1979, όταν αυτό το έτος στη χώρα εγκαθιδρύθηκε «ισλαμική δημοκρατία».

Η τμήση του χρόνου σ’ ένα πριν και σ’ ένα μετά  δεν παύει ποτέ. Μια αντίθεση παρελθόντος - παρόντος παρατηρείται και στο ατομικό και στο συλλογικό επίπεδο. Σ’ αυτό το αντιθετικό ζεύγμα μπορούμε να προσθέσουμε και μια τρίτη διάσταση, το μέλλον. Αξίζει να δούμε πώς εξέφρασε αυτές τις τρεις χρονικότητες τον 5ο αιώνα ο Αυγουστίνος, ο συγκαταλεγόμενος στους πατέρες της δυτικής εκκλησίας. Αναγνώριζε τρεις χρονικές διαστάσεις, οι οποίες, και οι τρεις ξεκινούν από το παρόν: Το παρόν των παρελθόντων πραγμάτων, όπως αυτά τα έχουμε προσλάβει στη συνείδησή μας, το παρόν των παρόντων πραγμάτων, όπως τα ζούμε, το παρόν των μελλοντικών πραγμάτων, στο οποίο εντοπίζονται οι ανησυχίες, οι επιδιώξεις, οι προσδοκίες σε ατομικό και σε συλλογικό, κοινωνικό, εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο ή, για  τον  Αυγουστίνο, η έλευση της  δεύτερης  παρουσίας. Το παιδί τις διαστάσεις αυτές, παρελθόντος - παρόντος - μέλλοντος, τις εσωτερικεύει, αποκτώντας προσωπικές εμπειρίες. Οι δικές του αναμνήσεις είναι περισσότερο παρόν, ενώ οι αναμνήσεις των γονιών του είναι περισσότερο παρελθόν. Ο τρόπος εσωτερίκευσης των τριών χρονιοτήτων εξαρτάται, εξάλλου, από την εκδοχή, την oποία υιοθετεί μια ολόκληρη κοινωνία ή μια μικρότερη κοινωνική ομάδα σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.

Στις αρχέγονες κοινωνίες, ο άνθρωπος προσκολλάται στο παρόν και επικρίνεται, όταν κάνει σχέδια για το μέλλον. Ενώ το παρελθόν κυρίως προσλαμβάνεται ως μυθικός χρόνος και αντιμετωπίζεται θετικά ως χρυσή εποχή. Συχνά σ’ αυτές τις κοινωνίες ή σε όσες ονομάζουμε παραδοσιακές ή και στις σημερινές, στον βαθμό που το παλαιό εισβάλλει στη σύγχρονη εποχή, το παρελθόν θεωρείται παραδειγματικό. Στην ελληνική αρχαιότητα, ανάλογα, το παρελθόν εκλαμβάνεται και ως προνομιακή κατάσταση που έφθειρε η μεταβολή, με συνέπεια να αξιολογείται θετικά εις βάρος του παρόντος. Στο Βυζάντιο και στη μεσαιωνική χριστιανική Ευρώπη, το παρόν υποβαθμίστηκε και οι ελπίδες εναποτέθηκαν σ’ ένα  εσχατολογικό μέλλον. Στο μέλλον ρίχνει το  βάρος, ξεκινώντας από τον 17ο αιώνα, και η ιδεολογία της προόδου. Προς την ίδια χρονική κατεύθυνση κινείται, τον 19ο και τον 20ό  αιώνα, η επαναστατική προοπτική. Ο μαρξισμός εναπέθεσε στο ορατό μέλλον το τέλος της ιστορίας, το τέλος δηλαδή των κοινωνικών συγκρούσεων και των κοινωνικών τάξεων. Σήμερα αντιμετωπίζουμε το μέλλον με σκεπτικισμό. Δεν πιστεύουμε ότι επίκειται το τέλος της ιστορίας, της επικράτησης της αταξικής κοινωνίας. Ούτε όμως δεχόμαστε ότι με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού έχει επέλθει πια το τέλος της ιστορίας, όπως υποστήριξε ο Francis Fukuyama. Ο ιαπωνοαμερικανός φιλόσοφος πείστηκε ότι είναι πια η κατάλληλη στιγμή να θυμηθεί τον Hegel, που θεώρησε ότι με τη μάχη της Ιένας (1806) επικράτησε οριστικά ό,τι καλύτερο, το φιλελεύθερο κράτος, οπότε τίποτε δεν μένει να κερδηθεί στο μέλλον και κατά συνέπεια η ιστορία έχει τελειώσει.



2. Η σπουδή του παρελθόντος από το παρόν

Με τον προσδιορισμό, ωστόσο, στις παραπάνω σελίδες των τομών βάσει ορισμένου κριτηρίου για την οριοθέτηση παρελθόντος – παρόντος και με την εξέταση, στη συνέχεια, της στάσης των κοινωνιών απέναντι στις δύο αυτές διαστάσεις του χρόνου και απέναντι σε μια τρίτη, που είναι το μέλλον, δεν εξαντλείται το θέμα. Ενδιαφέρουσα φαίνεται και μια άλλη του πλευρά, αυτή της σπουδής  του παρελθόντος από το παρόν. Το αίτημα για την πραγμάτευση της ιστορίας από το παρόν σε πρώτη εκτίμηση μοιάζει αυτονόητη, πλεονασμός ή και παραδοξότητα, αφού έτσι κι αλλιώς ένας ιστορικός λόγος, ένας λόγος για το παρελθόν, τη στιγμή που διατυπώνεται, εκφέρεται από το παρόν. Όχι, όμως, χωρίς να ανακύπτουν σοβαρά προβλήματα. Αλλά πριν διερευνήσουμε την τυχόν θετική πτυχή αυτής της πρότασης, κρίνεται σκόπιμο να αποκλείσουμε ό,τι μπορεί να προκαλεί σύγχυση και εμποδίζει την κατανόησή της:

1. Το αίτημα της σπουδής της ιστορίας από το παρόν δεν πρέπει να συγχέεται με την αποκαλυπτική διαπίστωση ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του Benedetto Croce, όλη η ιστοριογραφία είναι παροντική. Πράγματι, η ιστορία της ιστοριογραφίας, η προσεκτική κριτική ανάλυση των έργων της, πείθει ότι η ιστοριογραφία γεννήθηκε και καλλιεργήθηκε είτε για να υπηρετήσει την εξουσία είτε από ιδεολογική πρόθεση ή γιατί ο ιστορικός έγραφε το έργο του με βάση τα διανοητικά εφόδια που του πρόσφερε ο τόπος και η εποχή του. Συχνά, οι ιστορικές πηγές συγκεντρώθηκαν για να στηρίξουν μια άποψη, τη δόξα του ηγεμονικού οίκου, για να προβληθεί μια νίκη ή για να δικαιολογηθεί η ήττα, να εξυμνηθεί η ηγετική προσωπικότητα ενός άλλου καιρού, ώστε να ανοιχθεί ο δρόμος για να συγκεντρωθεί η εξουσία σε ένα πρόσωπο. Επίσης, για να στηριχτεί ο καθολικισμός, ο προτεσταντισμός ή η ορθοδοξία, για να ενισχυθεί το κόμμα των Ουΐξ στην Αγγλία ή, ανάλογα, για να δικαιωθεί η κωνσταντινική ή η βενιζελική παράταξη στην Ελλάδα. Αυτή η ιστοριογραφία είναι παροντική, έχει δηλαδή σαφείς ιδεολογικές προθέσεις, συγκεκριμένες επιδιώξεις τη στιγμή που γράφεται. Όσοι, όμως, προβάλλουν το αίτημα για σπουδή της ιστορίας από το παρόν, αν και δεν στερούνται ιδεολογίας, δεν έχουν, όπως θα δούμε, καμιά διάθεση να υπηρετήσουν  την κατάφωρα παροντική / ιδεολογική ιστοριογραφία.

2. Ο ιστορικός που επιμένει στην εξέταση του παρελθόντος από το παρόν, επιθυμεί να διαχωρίσει τη θέση της από τη δραστηριότητα του antiqueur, αυτού που από αγάπη για τα παλιά πράγματα συγκεντρώνει παλιά χειρόγραφα και άλλα ενθύμια του παρελθόντος και γράφει για να εκφράσει τη χαρά της περιπλάνησής του σε μια άλλη εποχή. Ανάλογα αποδοκιμάζει τη σχολαστική σοφία του λογιοτατισμού, του κινήματος του γνωστού ως eruditismus. Οι λογιότατοι, οι érudits, κέρδισαν το θαυμασμό για την εμβριθή γνώση των κλασικών γλωσσών, στο μορφοσυντακτικό επίπεδο, και για τις γνώσεις παλαιογραφίας  ή και άλλων βοηθητικών επιστημών, όπως και για τα πολλά δελτία τους, τα οποία τους επέτρεπαν να οργανώνουν στα δημοσιεύματά τους μακροσκελείς παραπομπές. Όσο κι αν αυτά είναι χρήσιμα εφόδια, ωστόσο δεν είναι αρκετά, για να ικανοποιήσουν τις επιδιώξεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας, που καλείται να απαντήσει στα ερωτήματα, τα οποία βασανίζουν το στοχαστικό άνθρωπο, τον ενεργό πολίτη.

3. Η νέα ιστοριογραφία αντιτίθεται ακόμη στη χρονογραφική ιστορία, στην παραδοσιακή αφηγηματική ιστορία που συνεχίζει την παράδοση του λογιοτατισμού και εκθέτει το παρελθόν σε μια αδιάκοπη αλληλουχία γεγονότων στο επίπεδο των πηγών, διαχωρίζοντας ανυποψίαστα το παρελθόν από το παρόν. Αυτή η ιστοριογραφία αδυνατεί να παρακολουθήσει τα φαινόμενα που εκδηλώνονται πέρα από τη σύντομη χρονική διάρκεια των γεγονότων. Με μια τέτοια αντίληψη, φαινόμενα που δεν χωρούν στα στενά χρονικά όρια, όπως εν πολλοίς και στον Θουκυδίδη, μένουν αδιαπραγμάτευτα.

4. Η ανανεωμένη ιστοριογραφία του αιώνα μας αντιτίθεται και στη γνωστή τάση της σώρευσης εργασιών από τους ερευνητές με λόγια σχολαστικότητα, στη συγγραφή εργασιών, που αποβλέπουν στην επαγγελματική σταδιοδρομία, τις  οποίες  πιθανόν θα  χρησιμοποιήσει μόνο ο επόμενος ερευνητής, όταν θα ασχοληθεί με το ίδιο ή παραπλήσιο θέμα.

5. Η ανανεωμένη ιστοριογραφία του αιώνα μας αντιτίθεται και στη σχολική ιστοριογραφία, η οποία επιμένει να αφηγείται γεγονότα με χρονογραφική σειρά, καλύπτοντας σε κάθε διδακτική ενότητα έναν περιορισμένο αριθμό ετών,. Αντιτίθεται σ’ αυτή την οργάνωση του ιστορικού λόγου – γραπτού και προφορικού – που προσφέρεται δογματικά και άκριτα για απομνημόνευση, με συνέπεια η όλη αναχρονιστική διαδικασία να προκαλεί την παγερή αδιαφορία των μαθητών για  το  αντικείμενο. Είναι καιρός, όπως πολλοί υποστηρίζουν αλλά λίγοι εργάζονται προς αυτή την κατεύθυνση, να δοθεί ένα τέλος σ’ αυτή την απαράδεκτη ιστορία.

Αφού είδαμε τι αποστρέφεται η σύγχρονη ιστοριογραφία, μπορούμε να δούμε ποιο νόημα δίνει ο ιστορικός στη σπουδή του παρελθόντος, όταν επιμένει στην εξέτασή του από το παρόν. Την ανάγκη συνειδητοποίησης του παρόντος από το παρελθόν και της κατανόησης του παρελθόντος από το παρόν ιδιαίτερα επισημαίνουν οι δύο ιδρυτές του περιοδικού Annales, ο Lucien Febvre (1878-1956) και ο Marc Bloch (1886-1944). Ο Bloch αφιερώνει στο θέμα μερικές σελίδες του βιβλίου του Απολογία για την ιστορία. Το επάγγελμα του ιστορικού, το οποίο κυκλοφόρησε σε ελληνική μετάφραση το 1994, ακριβώς στα πενήντα χρόνια από τον τραγικό θάνατό του. Τον Marc Bloch, ο οποίος μπήκε στην αντίσταση το 1942, συνέλαβε η Γκεστάπο το 1944. Αφού βασανίστηκε, εκτελέστηκε μαζί με άλλα 26 μέλη της αντίστασης στα περίχωρα της Λυών. Ο Bloch θεωρεί ότι είναι αρκετά μάταιο να κουραζόμαστε να καταλάβουμε το παρελθόν, αν δεν ξέρουμε τίποτε για το παρόν. Να γράφεις για μάχες χωρίς να ξέρεις τι σημαίνει για έναν στρατό η περικύκλωση ή για έναν λαό η ήττα; Ο Bloch αποδίδει σημασία στις εμπειρίες μας. Αν δεν είχαμε, τονίζει, ζήσει τους ανθρώπους, αν δεν είχαμε  καθημερινές εμπειρίες πώς θα μπορούσαμε να ανακατασκευάσουμε το παρελθόν με τις διαφορετικές έστω αποχρώσεις; Όπως, επίσης, στρέφει την προσοχή του στο τοπίο. Για να καταλάβουμε μέσα από λίγες πηγές το χθες, για να θέσουμε με ακρίβεια προβλήματα, είναι ανάγκη, υποστηρίζει, να παρατηρήσουμε, να αναλύσουμε το σημερινό αγροτικό τοπίο. Τα βασικά του χαρακτηριστικά ανατρέχουν σε εποχές πολύ μακρινές. Ο Bloch συνιστά την αντίστροφη ανάγνωση από το καλύτερα γνωστό προς το σκοτεινό, ξεκινώντας από τα σύγχρονα προβλήματα, για να γίνει περισσότερο κατανοητό το παρελθόν και για να μην αποτελεί η ιστορία μια αδιάφορη γνώση. Τότε μόνο και ο ιστορικός θα είναι σε θέση να συμβουλεύει τον άνθρωπο της πράξης, ώστε αυτός, με τη σπουδή της ιστορίας, να αναδεικνύεται σε φορέα αποτελεσματικής γνώσης. Για τον λόγο αυτό μαζί με τον Lucien Febvre, ήρθαν σε επαφή με ανθρώπους που ασκούσαν επιχειρηματική δραστηριότητα. Η θεματολογία των Annales την πρώτη δεκαετία, η ενασχόληση με τα προβλήματα, τα οικονομικά και κοινωνικά, είναι πανταχού παρούσα. Όπως παρατηρεί ο François Dosse, το 36% των δημοσιευμάτων του περιοδικού αναφέρεται σ’ αυτά τα προβλήματα, καλύπτοντας τη μετά το 1871 εποχή, δηλαδή τα τελευταία εξήντα - εβδομήντα χρόνια πριν από την έκδοση των Annales το 1929.

Σπουδή του παρελθόντος από το παρόν σημαίνει έμφαση στα οικονομικά, περιβαλλοντικά, κοινωνικά προβλήματα, αναζήτηση πολιτισμικών και νοοτροπιακών μορφών, οι οποίες σήμερα με τις σύγχρονες επιταχύνσεις έχουν χάσει τη σταθερότητα άλλων καιρών, με συνέπεια τον κλονισμό της πολιτισμικής ταυτότητας σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Όπως παρατηρεί ο Fernard Braudel, από τον 18ο αιώνα ως τις αρχές του 20ού, ο δυτικός άνθρωπος ήταν βέβαιος για τη διάρκεια και σταθερότητα του πολιτισμού του. Δεν δεχόμαστε την ιδέα ότι αυτός ο πολιτισμός δεν υπήρξε πάντοτε. Ο σημερινός άνθρωπος δεν είναι πια πεπεισμένος ούτε για την υπεροχή της νεωτερικότητας ούτε για την υπεροχή του πολιτισμού, αυτού ο οποίος από την εφεύρεση της γραφής έχει προετοιμάσει τη νεωτερικότητα. Εκεί που ο κλασικός ιστορικός έκανε διάκριση ανάμεσα σε πολιτισμούς και βαρβαρότητες, ο σύγχρονος βλέπει διαφορετικούς πολιτισμούς εξίσου ενδιαφέροντες, για τον πλούτο και τις εμπειρίες που μας προσφέρουν. Ο κλασικός ιστορικός ελκύστηκε περισσότερο από τις ομοιότητες χάρη ενός παγκόσμιου προτύπου. Σήμερα, αντίθετα, η έρευνα των διαφορών υπερέχει από την έρευνα των ομοιοτήτων.

Με την επισήμανση των διαφορών διαπιστώνουμε ότι ολόκληρα κομμάτια από την ιστορία, που θεωρούσαμε σύγχρονη, αποκόβονται και ενώνονται με όλες τις παραδοσιακές ιστορίες, γιατί, αν και επιβιώνουν στο παρόν, ανήκουν σ’ αυτές. Αποσπώντας από το παρόν ό,τι είναι παρελθόν, υπάρχει ελπίδα να καταστήσουμε το παρόν διαφανές, να κατανοήσουμε σε ποιον κόσμο ζούμε. Εξάλλου, χωρίς τη σύγχρονη ιστορία, την οποία θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε νεωτερική εποχή με βάση την αίσθηση των διαφορών, χωρίς τη συνείδηση της νεωτερικότητας, δεν θα υπήρχαν πια διαφορές, δεν θα υπήρχε δηλαδή ιστορία και, ακόμη, δεν θα γίνονταν αντιληπτές οι μη διαφορές, δηλαδή οι μακρές διάρκειες με το ιδιαίτερο βάρος τους στην ιστορία. Δεν θα γινόταν αντιληπτό, αν και δύσκολα το δεχόμαστε, ότι είμαστε, όπως τονίζει ο Philippe Ariès, ολότελα βουτηγμένοι μέσα στην ιστορία, ότι διατρέχουμε ξανά όλες τις φάσεις αυτού του παρελθόντος. Καθώς το παρελθόν εκβάλλει στο παρόν, αυτά τα δύο, παρελθόν - παρόν, γίνονται αξεχώριστα ή τουλάχιστο βρίσκονται σε διαρκή διαλεκτική σχέση.

Παρόλο που με τη μελέτη των δομών, καταστάσεων μακράς διάρκειας, η απόσταση παρελθόντος - παρόντος ελαττώνεται αισθητά, μπορούμε, σπουδάζοντας το παρελθόν από το παρόν, να το αντιληφθούμε καλύτερα λόγω και των ιστορικών εμπειριών που μεσολάβησαν. Μπορούμε, π.χ., σήμερα να κατανοήσουμε καλύτερα τις σταυροφορίες, τη φραγκική και βενετική κατάκτηση ολόκληρων περιοχών με πυκνό ελληνικό πληθυσμό, γιατί από τότε ως σήμερα μεσολάβησε η αποικιοκρατία. Τέλος, οι δυνατότητες να εμβαθύνουμε στο παρελθόν από το παρόν έχουν αυξηθεί κατά πολύ χάρη στη νέα τεχνολογία (αναλογική και ψηφιακή φωτογράφηση στην ορατή και υπεριώδη περιοχή, υπέρυθρη ανακλαστογραφία, ακτινογραφία Roentgen, τεχνική radar, χρήση laser, ολογραφία, τεχνική υπερήχων, αναρτήσεις στο διαδίκτυο), χάρη στις σύγχρονες ιστορικές θεωρίες και μεθόδους, στο άνοιγμα προς τις κοινωνικές επιστήμες, στην προσφυγή στο εννοιολογικό οπλοστάσιό τους, στη συνακόλουθη διεύρυνση του ιστορικού πεδίου και σε σύγχρονα ιστορικά έργα, που αποτελούν παραδείγματα, για κατάκτηση της μεθοδολογίας τους, του τρόπου ανάλυσης ή που αποτελούν πρόκληση για υπέρβαση.

Αλλά και αντίστροφα η σπουδή του τώρα από το τότε, του παρόντος από το παρελθόν, η σπουδή της παρούσας κατάστασης σε σύγκριση με καταστάσεις του παρελθόντος μπορεί να οδηγεί σε βαθιές συνειδητοποιήσεις, π.χ. ως προς την επιτάχυνση που έχει λάβει η ζωή μας, το βαθμό αλλοτρίωσης, την οποία υφιστάμεθα από το κυνήγι του κέρδους, τις κοινωνικές ανισότητες παρά τα τεχνολογικά επιτεύγματα, τον καταναλωτισμό, την παθητικότητα, τις αλλαγές στα συστήματα αξιών. Η μελέτη του παρελθόντος από το παρόν μπορεί να αποβεί αποκαλυπτική για το παρόν και το μέλλον. Όπως παρατήρησε ο Michel de Certeau (1925-1986), η ιστορία είναι πάντοτε αμφίσημη, η θέση που παραχωρεί στο παρελθόν είναι, επίσης, ένας τρόπος να κάνει τόπο σ’ ένα μέλλον.

Η ιστοριογραφία, ξεπερνώντας τις ακραίες αρνητικές εκδηλώσεις είτε τη μυθοπλασία και την πολεμική είτε τις ποικίλες ιδεολογικές διαστρεβλώσεις, αποτελεί πολύτιμο πολιτισμικό κεφάλαιο. Εξάλλου, κάθε ανθρώπινη δράση δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην εμπειρία του παρελθόντος. Ο Marx είχε στηρίξει την ελπίδα της ελευθερίας μας στη γνώση των αναγκαιοτήτων. Χωρίς την ιστορική γνώση δεν μπορούμε να προσδώσουμε βάθος στην πολιτισμική μας ταυτότητα, η οποία είναι το τελείως απαραίτητο έρμα για να ζήσουμε προσωπικά και συλλογικά. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να καθορίζει με διαλεκτική κριτική ανάλυση τη σχέση παρελθόντος - παρόντος, χωρίς να προσπαθεί να αποκτήσει βαθιά και διαυγή συνείδηση του τι πρέπει να πράττει όχι ως υπήκοος αλλά ως ενεργός πολίτης αποφασισμένος να δρα μετ’ επιγνώσεως.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Arendt, Hannah, Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, Αθήνα, 1996.

Ariès, Philippe, «Histoire des mentalités», στο Jacques Le Goff κ.ά. (επιμ.), La nouvelle histoire, Paris, 21988.

Bloch, Marc, Apologie pour l’histoire ou métier d’historien, Paris, 21952 (11949), από το 2005 σε ηλεκτρονική μορφή: http://classiques.uqac.ca/classiques/bloch_marc/apologie_histoire/bloch_apologie.pdf, στην ελληνική, Απολογία για την ιστορία. Το επάγγελμα του ιστορικού, Αθήνα, 1994.

Braudel, Fernand, Écrits sur l’histoire, Paris, 1969, στην ελληνική, Μελέτες για την ιστορία, Αθήνα, 1986.

Certeau, Michel de, L’écriture de l’histoire, Paris, 1975.

Dosse, François, L’Histoire en miettes. Des ‘‘Annales’’ à la ‘‘nouvelle histoire’’, Paris, 1987, στην ελληνική, Η ιστορία σε ψίχουλα, Ηράκλειο, 1993.
   Elias, Norbert,
Über die Zeit. Arbeiten zur Wissenssoziologie II, Frankfurt a.M., 1984, αγγλική μετάφραση, Time. An Essay, Oxford, 1991, ιταλική μετάφραση, Saggio sul tempo, Bologna, 1986, ισπανική μετάφραση Sobre el tempo, Madrid, 1989.
   Fukuyama, Francis, The End of History and the Last Man, Νέα Υόρκη, 1992, ελληνική μετάφραση, Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος, Αθήνα, 1993.
 
Koselleck, Reinhart, Vergangene Zukunft. Zur Semantik geschichtlicher Zeiten, Frankfurt am Main, 1979, ιταλική μετάφραση, Futuro-Passato. Per una semantica dei tempi storici, Genova, 1968.
  Kula, Witold, «Storia ed economia: La lunga durata»,
στο Fernand Braudel (επιμ.), La storia e le altre scienze sociali, Roma, 1982, σ. 206-233 (:Annales ESC  XV/2, 1960, σ. 294-313).
  Le Goff, Jacques, Histoire et mémoire, Paris, 1988, ελληνική μετάφραση, Ιστορία και μνήμη, Αθήνα, 1998.
  L
öwith, Karl, Meaning in history, Chicago, 1949, ελληνική μετάφραση, Το νόημα της ιστορίας, Αθήνα, 1985.
  
Pitt-Rivers, Julian Alfred ( επιμ.), Mediterranean countrymen; essays in the social anthropology of the Mediterranean, Paris, 1963.
 
Tabboni, Simonetta, La rappresentazione del tempo, Milano, 21988.

Το παρόν του παρελθόντος. Ιστορία, λαογραφία, κοινωνική ανθρωπολογία. Επιστημονικό συμπόσιο (19-21 Απριλίου 2002) της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα, 2003.



* Συμμετοχή στο τριήμερο Σεμινάριο της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, που πραγματοποιήθηκε από τις 2-4 Μαΐου 1996 στην αίθουσα Αντώνη Τρίτση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων με θέμα Θεωρητικά προβλήματα και διδακτική της ιστορίας. Αφιέρωμα στον Σοφοκλή Μαρκιανό.

                ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΑΙ ΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ
ΙΣΤΟΡΙΑ
¾  Πολιτική ιστορία. Ιστορία πολιτικών, διπλωματικών και στρατιωτικών γεγονό­των, η οποία δείχνει προτί­μηση στις αφη­γηματικές πη­γές, π.χ. στις χρο­νογραφίες.
¾  Ιστορικός χρόνος: Ο συ­νε­χής, γραμμικός, ομοιογενής χρόνος των χρονογράφων.
¾  Αφηγηματική ιστο­ρία. Τα γεγονότα τί­θενται στη σειρά σε σχέση προηγούμενου - επό­μενου, αιτίας - αποτε­λέ­σματος και παριστά­νονται ως μο­ναδικά, ατομικά και ανεπα­νά­ληπτα.
¾  Συμβαντολογική ιστο­ρία. Όρος πολεμικής, για να τονιστεί πόσο επιφανειακή είναι η ιστοριογραφία που δεν εμβαθύνει και αρκείται στην παράθεση των γεγονότων στο επίπεδο των πηγών.
¾  Η ηγετοκεντρική ιστο­ρία. Όταν ο ιστορι­κός αποδί­δει τη ροή των γεγονότων στον ηγέτη και προσπαθεί να βρε­θεί στη θέση του (ψυ­χολο­γική ιστορία, θε­ωρία της κατανόησης).
¾  Ιστορία θεάτρου. Όρος πολε­μικής: Στη σκηνή του θεά­τρου, συνήθως, δρουν λίγα πρόσωπα. Ανά­λογα, στην αφη- γηματική ιστοριο­γρα- φία δρώντα πρόσωπα είναι μόνο οι πρωτα­γωνιστές και ο αφη­γηματικός λόγος συ­χνά προσλαμβάνει, ό- πως στο θέατρο, δρα- ματικό τόνο.
¾  Παραδειγματική ιστο­ρία: προβάλλει παρα­δείγματα για φρονη­ματισμό, π.χ. ουκ εά με καθεύδειν το του Μιλτιάδου τρόπαιον και δεν, αντί να πα­ράγει ιστο­ρική σκέψη.
¾  Ανεκδοτική ιστορία. Προ­βάλλεται ως αξιο- σημείωτο το αντισυμ- βατικό, αυτό που ξε- περνά το κοινωνικά αποδεκτό, αν και κα- μιά ή μικρή σημασία έχει από ιστορική άποψη. Για παράδειγ- μα, συχνά αποσπά το ενδιαφέρον από την ιστορία του Ιουστινια- νού το ότι η σύζυγός του Θεο­δώρα ήταν γυναίκα του ιππο­δρόμου παρά οι πολι- τικές του επιλογές.
¾  Ιστορία η οποία επι­μένει να ορίζει τις πε­ριόδους και να θέτει τις τομές αποκλει­στικά με κριτήριο τα γεγονότα ή την ανά­ληψη και το τέλος της εξουσίας των ηγετών.
¾  Ιστορία εμπειρική, στο επίπεδο των πη­γών. Ο ιστο­ρικός αρ­κείται στην ορθή ανάγνωση, τη λεκτική κατανόηση και σύν­θεση των πλη­ροφο­ριών τους.
¾  Θε­τι­κιστική αντίληψη της ιστορίας. Οι πλη­ροφορίες των πηγών εκλαμ­βάνονται ως θε­τική, ακριβής, βέβαιη γνώση, οπότε απέ­να­ντι σ’ αυτές τη­ρείται άκριτα παθη­τική στα- ση. Με την πιστή από δοση του περιεχομε- νου τους πιστεύτηκε ότι εξασφα­λίζεται η α- ντικειμενική ιστορική γνώση, η ουδετερό- τητα του ιστορικού.
¾   Ιδεολογική ιστορία.  Ο ιστορικός παρασύρε­ται και δίνει το δικό του νόημα στα γεγο­νότα, ανά­λογα με την ιδεολογία του. Κατά τον Roland Barthes, ο ιστορικός αφηγείται γε- γο­νότα και εξαγγέλ- λει νοή­ματα με μια ο- ρισμένη αντίληψη για το αξι­ο­σημείωτο.
ΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

¾  Συνολική ιστορία. Όψεις του διευ­ρυμένου πεδίου της: γεωγρα­φική, τεχνική, οικονομική, κοινω­νική, δημογραφική, πολι­τική (θε­σμική οργάνωση), πολι­τισμική έκφραση.
¾  Πολλαπλοί διαπλεκόμενοι ιστορι­κοί χρόνοι: μακρός χρόνος των δομών (μακρά διάρκεια∙ η μελέτη της το βασικό πρόβλημα της ιστο­ριο­γραφικής πρακτικής), μέ­σος χρόνος των συ­γκυριών (ανο­μοιο­γενών διακυμάνσεων), σύ­ντομος χρόνος των γεγονότων.
¾  Ιστορία ανάλυση: περιγραφή και εξήγηση (ανά­λυση του πώς και του γιατί), ανάλυση των σχέ­σεων αλληλεπίδρασης των μερών (όψεων του ιστορικού πεδίου) με­ταξύ τους σε συνδυασμό και με τις διάρκειές τους.
¾  Η νέα ιστορία εστιάζει την προ­σοχή της στις δομές, στα φαινό­μενα που επανα­λαμβάνονται, σ’ αυτό που μένει εντελώς ακίνητο, ή σχεδόν, για μια μακρά περί­οδο χρόνου, και στις συ­γκυρίες, σ’ αυτό που επανέρχεται περιοδικά. Το ενδιαφέ­ρον στρέφεται στη δι­α­πλοκή των δομών, των συγκυριών και των γεγονότων. Συχνά μάλι- στα μετατοπίζεται από το εξαι- ρετικό στο κανονικό, από το έκτα­κτο στο καθημερινό, από τα μονα­δικά συμβά­ντα στη μάζα των γε- γονότων. εδώ, η επανά­ληψη δεν έχει καμιά σχέση με την αντί­ληψη ότι η ιστορία επα­ναλαμβάνε­ται.
¾  Η συνολική ιστορία μελετά όλες τις κοινωνικές ομάδες και τις ασθενέστερες.
¾  Η ιστορία ως συνολική εξετάζει τα πράγ­ματα και εκ των άνω και εκ των κάτω, και από το κέντρο (π.χ. την πρωτεύουσα) και από την περιφέρεια, την ενδιαφέρουν εξίσου τόσο οι élites όσο και οι ασθενέ­στερες κοινωνικές ομάδες, όπως και οι μεταξύ τους σχέσεις και αλληλεπιδρά­σεις.
¾  Η ιστορία αξίζει, όταν είναι επιδέ­ξια γεγο­νοτο­λογική και επι­δέξια δομική (Paul Ri­coeur).
¾  Η ιστορία δεν ενδιαφέρεται ούτε για το από­λυτα γενικό και αφη- ρη­μένο (όλα έχουν μια ιστο­ρι­κό­τητα, ορισμένη διά­σταση στον τόπο και στο χρόνο) ούτε για το απόλυτα μοναδικό (αυτό δεν εξη­γείται ανεξάρτητα από τις δομές και τις συγκυ­ρίες).
¾  Η νέα ιστορία τηρεί ενεργητική στάση απένα­ντι στις πηγές. Αυ­τές δεν είναι αποδείξεις (do­cu­menta) αλλά κατάλοιπα (mo­numenta) του παρελθόντος που χρειάζεται να α- ποκωδικοποιηθούν, αποδομηθούν, για να επι­ση­μαν­θούν τα ιδεο- λογικά κέντρα κτλ. Επίσης, με τη διεύ­ρυνση του πε­δίου της ανα- ζητού­νται νέου τύ­που πηγές, όπως υλικές, εικαστι­κές, συμβολαιο­γρα- φικές κ.ά.
¾  Η ιστοριογραφία σήμερα αναζη­τεί, περισ­σό­τερο απ’ ό,τι στο πα­ρελ­θόν, την οπτική, τα ιδεο­λογικά κέντρα του δημι­ουργού μιας πη­γής ή των ιστορικών.
¾  Ιστορία πρόβλημα: Η ιστορία θέ­τει ερω­τή­ματα, οφείλει να επιλύει προβλή­ματα, ή να εκκινεί από μια εννοιολο­γική αρχή ή θεωρία.
¾  Η ιστοριογραφία σήμερα λαμβά­νει σοβαρά υπόψη τη θε­ωρία ιστορίας και τις αναλύσεις των κοινωνικών επιστημών, για να πε­ριγράψει και εξηγήσει φαι­νόμενα στον τόπο και στο χρόνο. Με τη διεύρυνση μάλι­στα του πεδίου της όλο και πε­ρισ­σότερο στρέφε­ται και πέρα από τις κοινωνικές επιστήμες, σε άλλες συ­μπράττου­σες επιστήμες, όπως η γεωπονία, η δασολογία, τα μαθη­ματικά.
¾  Ποσοτική ιστορία. Μετρήσιμα με­γέθη τε­χνικά, οικονομικά, δη­μο­γραφικά κ.ά, ή σειρές αριθμη­τι­κών δεδομένων, όπως σχέσης τι­μών και μισθών στον τόπο και στον χρόνο (σειρα­ϊκή ιστορία) προσφέρουν τη δυνατότητα εξα­γωγής διαφωτιστικών συμπερα­σμάτων.
¾  Εννοιολογική ιστορία. Ενώ η αφη­γηματική ιστορία ελάχιστα ασχο­λείται με τις έννοιες / τους όρους, η νέα ιστορία ενδιαφέρεται για την ανάλυσή τους. Αποκαλύ­πτει την ιστο­ρικότητα των εν­νοιών, τις δι­αφορετικές ση­μασίες που αυτές συχνά αποκτούν στον τόπο και στον χρόνο και προ­σπαθεί να προ­σφέρει επαρκείς εξηγήσεις αυ­τών των αλλαγών σημα­σίας, προ­τείνο­ντας ακόμη και νέους ειδι­κούς όρους. Πίσω από το φαινομενικά καθη­μερινό λεξιλόγιο, αναζητείται πά­ντοτε πόσο επαρκής είναι η ειδική ‘‘γλώσσα’’ του ιστορικού.