Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΞΟΤΗΤΕΣ: CITTADINI/ΠΟΛΙΤΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΥΓΕΝΕΙΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΞΟΤΗΤΕΣ:
CITTADINI/ΠΟΛΙΤΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΟΥΤΕ NOBILI/ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΟΥΤΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

Τη θάλασσα, τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει

Γιώργος Σεφέρης

    Ο Σπύρος Χ. Καρύδης στις 5-3-2012 στο ιστολόγιό του http://venetocrazia.wordpress.com/2012 δημοσίευσε κριτική του βιβλίου μου, Γιάννης Γιαννόπουλος, Τσιταντίνοι, οι snob της βενετικής περιφέρειας. Δοκίμιο εννοιολογικής και κοινωνικής ιστορίας, Αθήνα, 2011, στην οποία, στο δεύτερο μέρος, όπου αρχίζει η κριτική (στο πρώτο παραθέτει τους τίτλους των κεφαλαίων του βιβλίου μου), γράφει κακόπιστα και διαστρέφει όσα υποστηρίζω. Καταρχάς το βιβλίο μου είναι γραμμένο με τη συνολική αντίληψη της ιστορίας. Εξετάζει την θεσμοθετημένη τάξη των τσιταντίνων μελών του γενικού συμβουλίου σ’ όλες τις πρωτεύουσες των περιφερειών του βενετικού κράτους σε σχέση με τις τρεις θεσμοθετημένες τάξεις (ordini), τους nobili, cittadini, popolo, οι οποίες είχαν θεσμοθετηθεί από τα ανώτατα κυβερνητικά όργανα της Βενετίας. Όσοι ανήκουν σε καθεμιά θεσμοθετημένη τάξη είχαν ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτοί και οι απόγονοί τους. Nobili (ευγενείς) ήταν ΜΟΝΟ όσοι είχαν δικαίωμα συμμετοχής στο μεγάλο συμβούλιο της Βενετίας και μέσα από αυτό και τα άλλα ανώτατα συλλογικά κυβερνητικά όργανα ασκούσαν την κυβερνητική εξουσία όλων των επιπέδων, ακόμη και ως ρέκτορες (διοικητές και δικαστές ταυτόχρονα) των περιφερειών του κράτους. Η Βενετία (τα κυβερνητικά όργανα τα οποία συγκροτούνταν μόνο από βενετούς ευγενείς που μετείχαν στις εργασίες του μεγάλου συμβουλίου) δεν ονόμασε per statuto (με καταστατική πράξη), όπως ήταν η πάγια διαδικασία, ΚΑΜΙΑ άλλη θεσμοθετημένη τάξη ως nobile. ΚΑΜΙΑ. Αυτή είναι η βασική θέση του βιβλίου μου, που ΑΒΙΑΣΤΑ προκύπτει από τη μελέτη της οργάνωσης του βενετικού κράτους, και όχι αυτή που αναληθώς προβάλλει ο Σπύρος Καρύδης ως δική μου: «Ο σ. [του βιβλίου Τσιταντίνοι…], ο οποίος ορίζει το έργο του ως δοκίμιο, κινείται πάνω σε μια βασική του θέση, ότι δηλαδή η ευγένεια στα ιόνια νησιά και στα Κύθηρα, λιγότερο στην Κρήτη, δεν ήταν θεσμοθετημένη, και ότι οι τίτλοι ευγένειας στη βενετική περιφέρεια ήταν απογυμνωμένοι από οποιασδήποτε μορφής πολιτική εξουσία, πέραν της τοπικής.» Ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί ότι αυτά που γράφω παραπάνω, με τα οποία συνοπτικά εκθέτω όσα εκτενώς αναπτύσσω στο βιβλίο μου Τσιταντίνοι..., είναι ΤΕΛΕΙΩΣ διαφορετικά. Με την ευκαιρία να τονίσω ότι ως τώρα οι έλληνες μελετητές συνήθως δεν λάμβαναν υπόψη ότι τους θεσμούς, που εμφανίζονται στις βενετικές πηγές και αφορούν τη βενετική περιφέρεια, τους είχαν διαμορφώσει τα κυρίαρχα βενετικά όργανα του κέντρου. Συχνά εμφανίζουν τους θεσμούς ως αυτοφυείς. Αυτό νομίζει και ο Σπύρος Καρύδης, αλλά περιέργως ισχυρίζεται, από παρανόηση, ότι υποστηρίζω πως «η ευγένεια στα ιόνια νησιά και στα Κύθηρα, λιγότερο στην Κρήτη, δεν ήταν θεσμοθετημένη, και ότι οι τίτλοι ευγένειας στη βενετική περιφέρεια ήταν απογυμνωμένοι από οποιασδήποτε μορφής πολιτική εξουσία, πέραν της τοπικής.» Ποιες είναι οι αντιρρήσεις μου: α. Όπως λέγεται, σημαίνει ότι εγώ δέχομαι ότι υπήρχε ευγένεια στα ιόνια νησιά και στα Κύθηρα, αλλά ότι δεν ήταν θεσμοθετημένη. Αντίθετα, αβίαστα προκύπτει από τις πηγές ότι η Βενετία δεν είχε θεσμοθετήσει για τα μέλη των περιφερειακών συμβουλίων τίτλο ευγένειας και επομένως κάθε ισχυρισμός από τους ίδιους, άλλους ή, πολύ περισσότερο από τους ιστορικούς, ότι ήταν ευγενείς, είναι αβάσιμος (Τσιταντίνοι, σ. 87-114), β. Τι θα πει λιγότερο στην Κρήτη. Στην Κρήτη οι φερόμενοι στις πρώιμες πηγές ως milites / equites, που είχαν σταλεί από τη Βενετία στην Κρήτη τον 13o αιώνα, μετά το ‘‘κλείσιμο’’ του μεγάλου συμβουλίου της Βενετίας  το 1297, ως όμοιοι με τα μέλη του μεγάλου συμβουλίου, ονομάσθηκαν κι αυτοί με απόφαση του μεγάλου συμβουλίου βενετοί ευγενείς. Και, όταν επέστρεψαν στη Βενετία μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς το 1669, με ανάλογη απόφαση έγιναν δεκτοί στο μεγάλο συμβούλιο αυτοδικαίως (για περισσότερα Τσιταντίνοι, σ. 169-180 και 461-476). Αντίθετα, οι nobili cretesi, δηλαδή όσοι είχαν κοσμηθεί, πάλι με βενετική απόφαση, με μια δεύτερης σειράς τοπική ευγένεια (κρητική ακριβώς επειδή ίσχυε μόνο στην Κρήτη, από την οποία αποκλείονταν οι Κρητικοί, αν και τελικά με διάφορες μεθοδεύσεις εισχώρησαν αρκετοί), μετά το 1669 καθορίστηκε να γίνονται δεκτοί σε περιφερειακά συμβούλια τσιταντίνων, όπως επίσης και στη Βενετία, στη θεσμοθετημένη τάξη των γηγενών τσιταντίνων (ordine dei cittadini originari) (Τσιταντίνοι, σ. 88 και στις σελίδες των δύο παραπάνω παραπομπών).

    Ο Σπύρος Καρύδης όταν γράφει «ο σ. ορίζει το βιβλίο του ως δοκίμιο» προσπαθεί να αρπαχτεί από τις λέξεις. Θέλει να πει ότι ο ίδιος ο σ. δέχεται ότι το βιβλίο του δεν είναι τίποτε άλλο από ένα απλό δοκίμιο, μια πρώτη απόπειρα. Ωστόσο, η λέξη δοκίμιο, όπως εδώ, σημαίνει επίσης μελέτη επί ειδικού θέματος κριτικά διατυπωμένη, που αναζητεί την ακριβή σημασία θεσμών και όρων και αποβλέπει στον προβληματισμό του επαρκούς αναγνώστη (βλ. τη σημασία της αντίστοιχης λ. και σε λεξικά ευρωπαϊκών γλωσσών), εμπεριστατωμένη μελέτη που σκοπό έχει να συμβάλει στην εννοιολογική και κοινωνική ιστορία. Διευκρινίζεται ότι με την εννοιολόγηση επιδιώκεται η κατανόηση όρων και θεσμών στα συμφραζόμενά τους, επειδή δεν αρκεί η απλή μετάφραση των όρων, όπως περιέργως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις στην ελληνική, και όχι μόνο, βιβλιογραφία. Εδώ μου δίνεται η ευκαιρία να τονίσω ότι το βιβλίο μου δεν στηρίζεται σε κάποια αυθαίρετη σκέψη από ιδεολογική προκατάληψη, σε κάποιο «ιδεολόγημα», όπως τόσο αυθαίρετα, άστοχα και άκομψα γράφει ο Σπύρος Καρύδης,  ούτε ξεκίνησε να γράφεται από κάποια «ιδέα», αλλά από μια διαπίστωση: μερικοί μελετητές διάβαζαν ή και διαβάζουν στις πηγές τον όρο cittadini και τον αποδίδουν χωρίς καμιά εξήγηση με τον όρο ευγενείς, άλλοι απλώς τον μετέφραζαν και τον μεταφράζουν κατά λέξη πολίτες, χωρίς να εξηγούν αν ήταν πολίτες με την πραγματική σημασία του όρου ή με κάποια άλλη διαφορετική, και οι ίδιοι ή άλλοι τους ονομάζουν και ευγενείς και πολίτες, επειδή σε μερικές πηγές τα μέλη των περιφερειακών συμβουλίων φέρονται ως cittadini και σε άλλες ως nobili/ευγενείς. Αλλά ακριβώς στο σημείο αυτό αρχίζει η ιστορία/ιστοριογραφία. Με άλλα λόγια, αν ο ιστορικός δεν αντιμετωπίζει κριτικά τις πηγές και δεν προσδιορίζει το περιεχόμενο των όρων, δεν επιτελεί με επάρκεια το έργο του. Οι πηγές δεν έχουν όλες την ίδια βαρύτητα και όταν απλώς παρατίθενται υπάρχει ακρισία. Οι όροι δεν έχουν πάντοτε μια αρχική σταθερή σημασία. Δεν έχουν πάντοτε, αν επιβιώνουν στην εποχή μας, αυτή που είχαν άλλοτε. Αξίζει να προσδιοριστεί αν, πότε και γιατί άλλαξαν σημασία. Όλα αυτά, αν δεν τίθενται ως ερωτήματα και μένουν αναπάντητα, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Φανερώνουν στοιχειώδη αδυναμία του μελετητή να ανταποκριθεί στο έργο του. Με άλλα λόγια, η ιστορία αρχίζει από τη στιγμή που ο ιστορικός προσεγγίζει κριτικά τις πηγές για να αντιληφθεί γιατί μερικές φορές τα μέλη της ίδιας θεσμοθετημένης τάξης (ordine) φέρονται ως cittadini και μερικές ως nobili. Αυτά είναι στοιχειώδη πράγματα. Χωρίς αυτά δεν μπορεί να προχωρήσει καμιά ιστορική έρευνα.

    Μια άλλη παρατήρηση του Σπύρου Καρύδη, άστοχη και όχι καλών προθέσεων, είναι και η εξής: «Η επιλογή βιβλιογραφίας και ο αποκλεισμός, δίχως κριτήρια, σημαντικής βιβλιογραφίας ιδιαίτερα των τελευταίων ετών αποτελεί το αδύνατο σημείο μιας μελέτης, το θέμα της οποίας, παρότι εκτείνεται σε 648 σελίδες, παραμένει ανοικτό και δεκτικό νέων προσεγγίσεων, όπως αναγνωρίζει άλλωστε και ο ίδιος ο συγγραφέας». Απαντώ ως εξής: Αν κάτι που λέγεται καλόπιστα εκλαμβάνεται κακόπιστα, το φταίξιμο δεν είναι δικό μου. Το βιβλίο μου, εκτός από ένα ή περισσότερα θέματα που μπορούν να θεωρηθούν κεντρικά, πλαισιώνεται, για να κατανοηθεί/ούν πληρέστερα από πολλά άλλα. Γι’ αυτά όλα μπορούν και αναμφισβήτητα θα γραφούν στο μέλλον πολλές μελέτες. Τα θέματα μένουν πάντοτε ανοιχτά. Ωστόσο, μερικά, από αυτά αποτελούν τον πυρήνα, τις βασικές θέσεις και την πρωτοτυπία του βιβλίου. Αλλά πέρα από αυτά και τα εξής: α. Δεν απέκλεισα καμία μελέτη και ιδιαίτερα των τελευταίων και μάλιστα από έλλειψη κριτηρίων (βαριές, αστόχαστες κουβέντες). β. Αυτό που τονίζω είναι ότι η βιβλιογραφία είναι απέραντη. γ. Δεν πραγματεύομαι στο βιβλίο την ιστορία ορισμένης περιοχής. Όταν αναπτύσσω κεφάλαια, όπως π.χ. το σχετικό με τη Ζάκυνθο, δεν ενδιαφέρομαι τόσο να εξαντλήσω την ιστορία της, αλλά να δείξω με ποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά εμφανίζεται η θεσμοθετημένη τάξη των τσιταντίνων σ’ αυτή την περιφέρεια. Επέλεξα τη Ζάκυνθο ως ένα καλό παράδειγμα για να αντιληφθεί ο αναγνώστης πώς οι cittadini στη βενετική περιφέρεια εκμεταλλεύονταν ανελέητα τους ποπολάρους σε κάθε περιφέρεια. Οι προβλεπτές της Ζακύνθου περιγράφουν επαρκώς και αξιόπιστα το φαινόμενο της προαγοράς από τους τσιταντίνους εκβιαστικά σε εξευτελιστικές τιμές των καρπών της γης του νησιού που παρήγαν οι ποπολάροι. Η δυνατότητα παραγωγής και διάθεσης της σταφίδας, του κρασιού και του λαδιού σε καλές τιμές αποτελούσε την πηγή πλουτισμού των τσιταντίνων. Ο πλουτισμός τους γινόταν μεγαλύτερος με την ανελέητη αθέμιτη εκμετάλλευση των ποπολάρων (ανάλογη με παραλλαγές η συμπεριφορά των τσιταντίνων σ’ όλες τις περιφέρειες). δ. Αστόχαστα ο Σπύρος Καρύδης θεωρεί αδύνατο σημείο της μελέτης την παράλειψη βιβλιογραφίας και μάλιστα των τελευταίων ετών. Απαντώ ως εξής: δ1. Η βιβλιογραφία που χρησιμοποιώ στο βιβλίο μου, ελληνική και ξένη, από 750 λήμματα, καλύπτει 45 πυκνογραμμένες σελίδες (σ. 527-572), δ2. Όταν έγραφε την κριτική του, αν είχε υπόψη του κάποια μελέτη των τελευταίων ετών, με διαφορετική αντιμετώπιση των βασικών θέσεων αυτού του βιβλίου, που να μην αναπαράγει παλαιές ξεπερασμένες απόψεις, ας την ανέφερε, δ3. Θεωρεί ότι το βιβλίο της συζύγου του για τη Ζάκυνθο στο τέλος του 16ου αιώνα αναπτύσσει θέσεις για τους τσιταντίνους, για τις θεσμοθετημένες τάξεις και για τους σχετικούς όρους, οι οποίες υπερφαλαγγίζουν τις θέσεις που βιβλίου μου; Αισθάνομαι την υποχρέωση, αφού προκαλούμαι, να προείπω χωρίς την παραμικρή επικριτική διάθεση ή έπαρση, και θα επανέλθω, ότι καλό θα ήταν να ξαναγράψει το βιβλίο της ή μια επιτομή του, αφού μελετήσει προσεκτικά τους Τσιταντίνους. Γνωρίζω τις δυσκολίες. Πρέπει να δείξει γενναιότητα και να απαλλαγεί από εξαρτήσεις. Πράγμα σχεδόν ανυπέρβλητο.

Αλλά ο Σπύρος Καρύδης, όταν ερωτάται ποια βιβλιογραφία, ιδιαίτερα των τελευταίων ετών, έχει υπόψη του, την οποία στο βιβλίο μου παραλείπω να χρησιμοποιήσω, αναφέρει μόνο το βιβλίο της συζύγου του Παναγιώτας Τζιβάρα, Βενετοκρατούμενη Ζάκυνθος, 1588-1594. Η νομή και η διαχείριση της εξουσίας από το Συμβούλιο των 150, Αθήνα, 2009. Το παραπάνω βιβλίο, όταν το εντόπισα το 2010, είχε ολοκληρωθεί η σελιδοποίηση των Τσιταντίνων, και δεν ήταν εύκολο να το συμπεριλάβω στη βιβλιογραφία, παρόλο που είχα κάθε λόγο να παραπέμψω στα έγγραφα του δευτέρου μέρους, «Τα [ανέκδοτα] πρακτικά του Συμβουλίου των 150 [της Ζακύνθου] των ετών 1587-1594» (σ. 397-588): Τα τελευταία χρόνια δημοσιεύτηκαν πολλές εκθέσεις βενετών διοικητών που άσκησαν διοίκηση και απένειμαν δικαιοσύνη σε τόπους ελληνικού ενδιαφέροντος, όπως στη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα, την Κεφαλονιά, ενώ είναι λιγότερο γνωστές οι αποφάσεις των συμβουλίων των παραπάνω νησιών ή και άλλων τόπων της βενετικής περιφέρειας. Από την προσεκτική μελέτη των εκθέσεων των βενετών διοικητών και των αποφάσεων των συμβουλίων μπορούν να προκύψουν χρήσιμα συμπεράσματα για τη νομή και την άσκηση εξουσίας στις περιφέρειες του βενετικού κράτους από τους διοικητές και τα τοπικά συμβούλια, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη ότι οι αποφάσεις των συμβουλίων ήταν έγκυρες, εφόσον παρίστατο η βενετική διοίκηση της περιφέρειας (το reggimento, στη Ζάκυνθο ο προβλεπτής και οι δύο σύμβουλοι), η οποία συχνά ήταν αυτή που τις υπαγόρευε. Θα είχα και έναν ακόμη πρόσθετο λόγο να παραπέμψω στις παραπάνω αποφάσεις του συμβουλίου: τα μέλη του αναφέρονται ως cittadini και ποτέ ως nobili και επανειλημμένως σε απόφαση του αγορανόμου του νησιού του έτους 1588 καθορίζεται (Τζιβάρα, ό.π., σ. 578-580) με ποια σειρά όφειλαν οι ψαράδες να διαθέτουν τα προϊόντα τους στην αγορά: έπρεπε κάθε φορά να περιμένουν πρώτα να προσέλθει και να αγοράσει η βενετική διοίκηση, έπειτα οι τσιταντίνοι και τελευταίοι όλοι οι άλλοι («prima sia fornito il clarissimo Reggimento, et poi li citadini, et altri»). Όπως βλέπετε, nobili δεν υπάρχουν. Η Τζιβάρα αυτό το επισημαίνει, ότι δεν μνημονεύονται στα παραπάνω έγγραφα ζακυνθινοί ευγενείς. Παρά το προφανές, όμως, είναι δέσμια της ως το 2009 ελληνικής βιβλιογραφίας. Δεν θέλει να δυσαρεστήσει πρόσωπα από τα οποία κρίνεται και συμβάλλουν στην εξέλιξή της (Να, μια αιτία που μένει στάσιμη η έρευνα: ο φόβος, η έλλειψη ελευθερίας). Αρκείται να πληροφορήσει τον αναγνώστη ότι τα μέλη του συμβουλίου της Ζακύνθου «απαντούν στις πηγές με τον όρο ‘‘cittadini’’, στην απόδοσή του στα ελληνικά ως ‘‘πολίτες’’» (σ. 46). Η λέξη πολίτες ωστόσο, όπως και σε άλλες μελέτες, από τις οποίες δεν αποστασιοποιείται, δεν είναι παρά απλή μετάφραση του βενετικού όρου. Σήμερα στην Ελλάδα πολίτης με πλήρη πολιτικά δικαιώματα είναι όποιος έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε κυβερνητικά αξιώματα, όχι όμως και ο ζακυνθινός…«πολίτης» επί βενετικής κυριαρχίας, ο οποίος μετείχε στο τοπικό συμβούλιο και είχε δικαίωμα να εκλέγει και να εκλέγεται μόνο σε τοπικές δημόσιες θέσεις από ομοίους του. Το παραπάνω μπορεί να διατυπωθεί πιο απλά και κατανοητά ως εξής: στο βενετικό κράτος δεν είχαν όλοι τα ίδια πολιτικά δικαιώματα. Το σημαντικό είναι ότι η σ. αρκείται στην απλή μετάφραση του βενετικού όρου και δεν προσδιορίζει το περιεχόμενό του, το οποίο δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Ακολουθεί, επίσης, την πεπατημένη και υποστηρίζει (ό.π.) ότι «στην αρχειακή πηγή που μελετάμε απουσιάζει φυσικά η τριμερής διάκριση των κοινωνικών ‘‘τάξεων’’ (ευγενείς, αστοί, λαός), που διαμορφώθηκε σταδιακά και εμφανίστηκε εμφανώς στο τέλος του 18ου αιώνα, αλλά και οποιαδήποτε προσφώνηση για τους πολίτες όπως ‘‘nobile’’ ή ‘‘gentiluomo’’. Ωστόσο, συνεχίζει η Τζιβάρα, σε άλλες πηγές της ίδιας εποχής, όπως σε κείμενα διοικητικού περιεχομένου ή νοταριακά κατάστιχα δεν λείπουν προσδιορισμοί ‘‘ευγένειας’’».

Θα σχολιάσω τα παραπάνω ως εξής:

α. Αρκείται να κάνει λόγο για κοινωνικές ‘‘τάξεις’’, χωρίς να εξηγεί γιατί θέτει τη λέξη ‘‘τάξεις’’ εντός εισαγωγικών. Δεν εξηγεί τι νόημα της αποδίδει. Ο βενετικός όρος ordine, τον οποίο αποδίδω στους Τσιταντίνους ως θεσμοθετημένη τάξη, σημαίνει κοινωνική ομάδα στην οποία το βενετικό κράτος είχε εκχωρήσει ορισμένα προνόμια με καταστατική πράξη (statuto). Τα προνόμια είναι ισόβια και κληρονομικά. Οι θεσμοθετημένες τάξεις (ordini) της Βενετίας ήταν τρεις, nobili, cittadini, popolari, σταθερά επί πεντακόσια χρόνια (1297-1797). Nobili ήταν μόνο όσοι είχαν δικαίωμα συμμετοχής στο μεγάλο συμβούλιο της Βενετίας. cittadini, ορισμένες κατηγορίες κατοίκων της Βενετίας και τα μέλη των περιφερειακών συμβουλίων. Όλοι οι άλλοι ήταν popolari. Ο όρος ordine, διαφορετικός από τον όρο κοινωνική τάξη, είναι λέξη κλειδί για την εξήγηση του status των μελών της βενετικής κοινωνίας: τα προνόμια στην πρώτη περίπτωση εκχωρούνται και καθορίζονται επακριβώς με καταστατική πράξη (statuto) την οποία εκδίδει το κράτος, ενώ οι κοινωνικές τάξεις δεν είναι περιχαρακωμένες και ο προσδιορισμός σε ποια ανήκει κανείς δεν προέρχεται άνωθεν αλλά από τους ίδιους τους ανθρώπους με κριτήρια υποκειμενικά και αντικειμενικά, τα οποία προσπαθούν να καθορίζουν, χωρίς να συμφωνούν πάντοτε μεταξύ τους, οι ιστορικοί ή και άλλοι κοινωνικοί επιστήμονες. Στο βενετικό κράτος ο υπήκοος αλλάζει θεσμοθετημένη τάξη μόνο με απόφαση του κράτους. Ενώ η βελτίωση της κοινωνικής τάξης δεν είναι αρκετή για την ένταξη σε θεσμοθετημένη τάξη με περισσότερα προνόμια χωρίς απόφαση του κράτους. Ο διακεκριμένος τρόπος ζωής, η μη άσκηση χειρωνακτικού επαγγέλματος, ο πλούτος, η μόρφωση κτλ., δεν είναι αρκετά χωρίς απόφαση του κράτους για αλλαγή θεσμοθετημένης τάξης.

β. Για τη διάκριση από την Τζιβάρα της κοινωνίας των ιόνιων νησιών επί βενετικής κυριαρχίας σε ευγενείς, αστούς και λαό τα εξής: Υπάρχουν όντως πηγές που ονομάζουν τους τσιταντίνους των νησιών ευγενείς. Οι ίδιοι δεν έχαναν ευκαιρία ανεπίσημα να διακηρύσσουν ότι είναι ευγενείς. Ήταν όμως; Στις νοταριακές πράξεις, π.χ., φέρονται, κατά δήλωσή τους, ως ευγενείς. Επίσης, τα έντεκα τελευταία χρόνια  πριν από την κατάλυση του βενετικού κράτους (από το 1786), σε επίσημα έγγραφα, επειδή το κράτος αδυνατούσε να καλύψει στοιχειωδώς τις ανάγκες του και δανειζόταν χρήματα από αυτούς, δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό να τους αναφέρει και ως ευγενείς, αν και ούτε τότε ούτε στο παρελθόν είχε εκδώσει σχετική καταστατική πράξη (statuto). Αντίθετα, όπως είναι γνωστό, η Βενετία, παρά το αίτημα κυρίως των υποταγμένων πόλεων της απέναντι από τη Βενετία στερεάς, αρνήθηκε κατηγορηματικά να δεχθεί ως μέλη στο μεγάλο συμβούλιο εκπροσώπους τους. Οι πόλεις, επειδή οι εκπρόσωποί τους θα έπρεπε να φέρουν τίτλο ευγένειας, για να μετέχουν σ’ ένα συμβούλιο ευγενών, πρότειναν ο τίτλος τους να μην είναι κληρονομικός, όπως των βενετών ευγενών, αλλά προσωπικός. Οι βενετοί ευγενείς, ωστόσο, έμειναν ανένδοτοι ως το τέλος. Σημασία έχει τι το κράτος (αυτοί που έχουν πάγια την εξουσία, δηλαδή οι ευγενείς, αλλιώς ονομαζόμενοι πατρίκιοι) θέλει να αναγνωρίσει στους υπηκόους του. Κανείς δεν μπορεί να το υποκαταστήσει. Ισχύει πάντοτε και είναι απαράβατη η αρχή: civitas sibi princeps (η πόλη, η πολιτεία, το κράτος είναι η ίδια ηγεμόνας, έχει ηγεμονική εξουσία). Αυτά για τους υποτιθέμενους ευγενείς. Όσο για τους αναφερόμενους ως αστούς, ως δεύτερη θεσμοθετημένη τάξη των νησιών, τους φερόμενους στις πηγές ως civili, τα εξής: οι civili, όντως είχαν χαρακτηριστικά αστικής τάξης, αλλά αυτοί δεν επιδίωκαν να αναγνωριστούν ως κοινωνική τάξη (classe) αλλά ως δεύτερη θεσμοθετημένη τάξη στον τόπο τους, ως secondo ordine στις βενετικές πηγές. Στο βιβλίο μου για τους Τσιταντίνους, στο υποκεφάλαιο L’ordine dei cittadini και l’ordine dei civili (σ. 295-320) κυρίως παραπέμπω σε πηγές που δημοσίευσε σε δύο βιβλία του ο Δημήτρης Δ. Αρβανιτάκης, το ένα του 2000 και το άλλο του 2002 (το δεύτερο δεν αναφέρεται από την Παναγιώτα Τζιβάρα). Παρόλο όμως που οι civili είχαν αστικά χαρακτηριστικά, αν κρίνουμε από τις ενασχολήσεις τους (δικηγόροι, γιατροί, επιχειρηματίες…) ζητούσαν να αναγνωριστούν ως δεύτερη θεσμοθετημένη τάξη μετά την πρώτη του νησιού τους, με ανάλογα μικρότερα προνόμια από τα μέλη εκείνης. Οι civili, παρά τα κοινωνικά τους χαρακτηριστικά, δεν μπορούν να αποδίδονται στην ελληνική ως αστοί, με όρο που από την ιστορία και τις κοινωνικές επιστήμες προσδιορίζεται μια κοινωνική τάξη, η αστική, και όχι μια θεσμοθετημένη τάξη. Οι civili, όπως προκύπτει από τις πηγές, είναι κοινωνική ομάδα που κι αυτή έχει, σ’ έναν τουλάχιστο βαθμό, και προβάλλει, όπως οι τσιταντίνοι, την civiltà, τα χαρακτηριστικά της πολιτισμένης κατάστασης. Η civiltà, η κατάσταση που μπορεί να καλλιεργηθεί μόνο σε πόλη (civitas > civilitas > civiltà), καθορίζεται από τη Βενετία διαβαθμισμένα: για την εισδοχή στη θεσμοθετημένη τάξη των τσιταντίνων κυρίως απαιτείται ο υποψήφιος να μην έχει ασκήσει επί τρεις γενιές, ο ίδιος, ο πατέρας και ο πάππος του, χειρωνακτικό επάγγελμα, ενώ ένας ποπολάρος για να γίνει νοτάριος αρκούσαν και στη Βενετία και στη βενετική περιφέρεια οι δύο γενιές πολιτισμένης κατάστασης (βελτίωνε την κοινωνική του θέση, χωρίς να παύει να είναι ποπολάρος). Οι civili δεν συμπεριφέρονται ως κοινωνική τάξη, όπως π.χ. οι αστοί στη Γαλλία πριν και κατά τη γαλλική επανάσταση, αλλά διεκδικούν ευνοϊκότερη μεταχείριση εντός του συστήματος των βενετικών θεσμοθετημένων τάξεων. Επομένως δεν μπορούμε να δημιουργούμε ένα όλο με τρεις ανόμοιους όρους, δύο που δηλώνουν θεσμοθετημένες τάξεις (λατ. ordines) και έναν κοινωνική τάξη (λατ. classis).

 Πέρα από τα παραπάνω, η Τζιβάρα δεν απομακρύνεται από τη συνήθεια ορισμένων ελλήνων μελετητών που αρκούνται, παραδόξως, στην απλή μετάφραση και ορισμένων άλλων όρων κατά λέξη, χωρίς να προσπαθούν να εξιχνιάσουν το περιεχόμενό τους. Θα αναφερθώ συνοπτικά στους όρους comunità, repubblica και cittadini (για περισσότερα στους Τσιταντίνους, αλλά και σε σχετικό άρθρο μου στο διαδίκτυο: ιστολόγιο Γιάννη Γιαννόπουλου).

Από τον 12ο ως τον 14ο αιώνα όσοι κατείχαν θέσεις εξουσίας στις πόλεις της κεντρικής και βόρειας Ιταλίας, και πέρα από την Ιταλία, προκειμένου να αυξήσουν τη δύναμή τους και επιτύχουν την απεξάρτησή τους από τον γερμανό αυτοκράτορα, συμμάχησαν με τις κοινωνικές δυνάμεις της πόλης τους και όλοι μαζί μετέχοντας στα κοινά δημιούργησαν μια δημοκρατική οπωσδήποτε μορφή πολιτεύματος, σε άλλες πόλεις περισσότερο δημοκρατική και σε άλλες λιγότερο. Αυτό το πολίτευμα επικράτησε να ονομάζεται με τη λατινική λέξη commune ή communitas (ιταλ. comune, comunità), δηλαδή κοινότητα, για να τονιστεί ότι όλοι (αν όχι παντού όλοι, πολλοί) από κοινού οι κάτοικοι μετείχαν στη λήψη των κυβερνητικών αποφάσεων και ήταν ως εκ τούτου cives / cittadini: πολίτες. Ως commune Veneciarum φέρεται και η Βενετία από το 1143 ως το 1297, αλλά και αργότερα ως το 1423, όσο ο λαός (popolo), αν και τυπικά πλέον, όφειλε να επιδοκιμάζει την εκλογή του νέου δόγη, για να είναι έγκυρη. Ύστερα παύει να ονομάζεται commune, γιατί έχει χάσει το πολίτευμα και το τελευταίο ίχνος λαϊκής συμμετοχής. Η ίδια η Βενετία, ωστόσο, παρόλο που οι υποταγμένες σ’ αυτή πόλεις δεν ήταν πια comuni / comunità, εξακολούθησε να ονομάζει comunità τα συμβούλια τους. Με την ίδια λογική, εξακολούθησε να ονομάζει και τα μέλη των συμβουλίων cives / cittadini, παρόλο που δεν ήταν πραγματικοί πολίτες του κράτους, αλλά είχαν μειωμένα πολιτικά δικαιώματα. Στο παρελθόν, όσο οι πόλεις τους ήταν ακόμη comuni (κοινότητες), cittadini (: πολίτες) ονομάζονταν όσοι είχαν δικαίωμα να εκλέγουν και να εκλέγονται στα κυβερνητικά αξιώματα της αυτόνομης πόλης τους. Η Βενετία, χρησιμοποιώντας τον όρο comunità για τα συμβούλια των υποταγμένων πόλεων, ήθελε να δείξει ότι σχεδόν τίποτε δεν είχε αλλάξει, αφού τα μέλη των συμβουλίων εξακολουθούσαν να αποφασίζουν, αν και όχι αυτόνομα, όχι βέβαια για κρατικά αλλά για τοπικά ζητήματα και να εκλέγουν και να εκλέγονται όχι σε κρατικά αξιώματα αλλά σε μικρής σημασίας δημόσιες θέσεις του τόπου τους. Αν επομένως η χρήση του όρου comunità από τη Βενετία είναι καταχρηστική, η απλή μετάφρασή του στην ελληνική με τον ελληνικό όρο κοινότητα, που έχει μια τελείως διαφορετική παράδοση ως όρος, δημιουργεί ψευδείς εντυπώσεις και οδηγεί στην εξαγωγή λανθασμένων συμπερασμάτων. Εξάλλου, πέρα από την παραπάνω με ιστορικά επιχειρήματα ξεκάθαρη διευκρίνιση του όρου comunità, και το εξής: οι cittadini ως μέλη των συμβουλίων των υποταγμένων πόλεων δεν εκλέγονταν από όλους τους κατοίκους και είχαν προνόμια ισόβια και κληρονομικά. Τέτοια αριστοκρατικού τύπου συμβούλια, ευγενών στη Βενετία και στην Κρήτη, τσιταντίνων στις πόλεις πρωτεύουσες των άλλων βενετικών περιφερειών, ασφαλώς δεν μπορούν να θεωρούνται κοινοτικά. Και δεν ήταν, όπως υποστηρίζει η Τζιβάρα, «ο διαμεσολαβητής του πληθυσμού» της Ζακύνθου. Το συμβούλιό της έθετε τα προβλήματα του νησιού, ποτέ όμως, όπως είναι αυτονόητο, δεν μεσολαβούσε υπέρ των ποπολάρων, για να εκθέσει τα παράπονά τους, τα οποία κυρίως αφορούσαν όσα εις βάρος του πληθυσμού διέπρατταν τα ίδια τα μέλη του συμβουλίου. Η Τζιβάρα, κι αυτό είναι σοβαρή έλλειψη του βιβλίου της, δεν αντλεί στοιχεία από τις εκθέσεις των προβλεπτών Ζακύνθου, τις οποίες δημοσίευσε ο Δημήτρης Αρβανιτάκης, προκειμένου να δείξει, όχι με ιδεολογικά αλλά με ιστορικά κριτήρια, πόσο ανελέητα εκμεταλλεύονταν οι τσιταντίνοι της Ζακύνθου τους χωρικούς του νησιού ιδίως με τη μέθοδο της προαγοράς των καρπών της γης. Η σοβαρότατη αυτή έλλειψη του βιβλίου της Τζιβάρα ισοδυναμεί με απόκρυψη της πραγματικότητας.

 Όταν το βενετικό κράτος έπαυσε να αυτοπροσδιορίζεται ως comune, δήλωνε την υπόστασή του με τους όρους stato, dominio, signoria, repubblica. Ο τελευταίος όρος, λιγότερο σε χρήση απ’ ό,τι το stato, επέτρεπε στη θεσμοθετημένη τάξη που είχε την εξουσία, στους ευγενείς, να προβάλλει το βενετικό κράτος ως ευνομούμενο και το βενετικό πολίτευμα ως υπέρτερο του ηγεμονικού, με το επιχείρημα ότι οι νόμοι στη Βενετία ψηφίζονταν από συλλογικά όργανα και δεν εξέφραζαν τη θέληση ενός μόνου προσώπου, του ηγεμόνα. Αλλά ακόμη και το μεγάλο συμβούλιο της Βενετίας, το οποίο έπρεπε να εγκρίνει, για να έχουν ισχύ, και τις αποφάσεις των άλλων μικρότερων αριθμητικά συλλογικών οργάνων, είχε σε σχέση με τους ενηλίκους άρρενες κατοίκους της Βενετίας μικρό αριθμό μελών (1.000 ως 2.500 κατά εποχές). Με τόσο μικρό αριθμό πραγματικών πολιτών (cittadini) (προσώπων με πλήρη πολιτικά δικαιώματα), το πολίτευμα ήταν αριστοκρατικό και η μετάφραση επομένως του ονοματικού συνόλου Repubblica di Venezia σε Δημοκρατία της Βενετίας (για βενετική Δημοκρατία, κάνει λόγο η Παναγιώτα Τζιβάρα) δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εξάλλου, στον ύστερο μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους ο όρος res publica / repubblica δεν σήμαινε πάντοτε δημοκρατία αλλά γενικώς το πολίτευμα. Όλες αυτές οι αποδόσεις των όρων κατά λέξη στην ελληνική, στις οποίες ενδίδει και η Παναγιώτα Τζιβάρα, απλώς παραπλανούν τον έλληνα αναγνώστη και, κατά συνέπεια, δεν προάγουν την ιστορική γνώση.

Επίσης, θα αναφερθώ σε μερικά ακόμη σημεία τόσο του πρώτου μέρους του βιβλίου της όσο και του τέλους, στην περιληπτική απόδοση του περιεχομένου του στην ιταλική, στο Riassunto (ό.π., σ. 697-701), όπου με μεγαλύτερη ελευθερία εκφράζεται η Παναγιώτα Τζιβάρα.

   α. Αρχικά, υποστηρίζει ότι μετά το 1484, έτος κατά το οποίο η Ζάκυνθος περιήλθε υπό τη βενετική κυριαρχία, όσοι με την ενθάρρυνση της Βενετίας εγκαταστάθηκαν στο νησί προερχόμενοι από άλλους τόπους βενετικής κυριαρχίας, έφεραν μαζί τους και το πρότυπο κοινοτικής κοινωνικής οργάνωσης. Αυτό ωστόσο δεν είναι ακριβές. Το συμβούλιο, πέρα από το ότι δεν μπορεί να ονομάζεται κοινοτικό, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν, προέκυψε με ορισμένη διαδικασία που είχε καθορίσει η Βενετία: με την αρχική πράξη αφοσίωσης/υποταγής (atto di dedizione) ή με άλλη καταστατική πράξη (statuto) (βλ. στους Τσιταντίνους τα παραδείγματα της Κέρκυρας, των Κυθήρων και της Βοστίτσας). Δεν έχουν διασωθεί, ή δεν έχουν εντοπιστεί προς το παρόν, όλες αυτές οι πράξεις, που αφορούν τον κάθε τόπο χωριστά, αλλά είναι παρόμοιες. Η έρευνα στο μέλλον είναι βέβαιο δεν θα φέρει στο φως κανένα statuto με το οποίο να εκχωρείται τίτλος ευγένειας σε τσιταντίνους περιφερειακού συμβουλίου.

   β. Αν το συμβούλιο των 150 στη Ζάκυνθο, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της γερουσίας, από το 1578 ως το 1594, επέμενε στη αναπαραγωγή του και δεν ανανεωνόταν κάθε έτος με τη συνήθη διαδικασία, με την ψήφο των μελών του γενικού συμβουλίου, όλων δηλαδή των τσιταντίνων του νησιού, αυτό μπορεί να ήταν μια μη αποδεκτή από τη Βενετία ενέργεια, όχι όμως μια πράξη αυτονομίας. Πάει πολύ ένας τέτοιος χαρακτηρισμός. Αυτά τα έγραφε παλιά ο Ερμάννος Λούντζης, μέλος κι αυτός της ίδιας θεσμοθετημένης τάξης, που ήθελε να παρουσιάσει τα νησιά ως ημιαυτόνομα κράτη. Όπως προκύπτει από τις πράξεις του συμβουλίου των 150 της Ζακύνθου αυτών των ετών, που δημοσιεύει η σ., το συμβούλιο συνεδρίαζε στη σάλα του βενετού προβλεπτή του νησιού («nella sala solita del clarissimo signor Proveditor»), όπως ήδη έχουμε παρατηρήσει, κάτι που δεν το επισημαίνει, από το οποίο και μόνο, ωστόσο, φαίνεται ότι το συμβούλιο δεν ενεργούσε αυτόνομα. Εξάλλου, αν και αυτό που θα πω δεν προκύπτει από τα συγκεκριμένα έγγραφα, κάθε απόφαση του συμβουλίου, για να είναι νόμιμη και έχει ισχύ, έπρεπε να λαμβάνεται (αυτό ίσχυε παντού) παρουσία του προβλεπτή ή και των δύο ακόμη συμβούλων, και αυτών βενετών ευγενών, που αποτελούσαν τη βενετική διοίκηση (reggimento) του νησιού.

   γ. Τέτοιοι αποκλεισμοί, όπως αυτή μελών του γενικού συμβουλίου της Ζακύνθου, αν και δεν προκύπτει από τα δημοσιευόμενα κείμενα, σκοπό ασφαλώς έχουν την ‘‘κάθαρση’’ από όσους δεν έχουν την civiltà (χειρώνακτες κτλ.), σύμφωνα με τους ισχυρισμούς αυτών που επικρατούν πρόσκαιρα ή και μονιμότερα. Αποκλείονται παντού από τον 16ο αιώνα κι ύστερα όσο το δυνατόν περισσότεροι, για να μπορούν όσοι απομένουν να εξασφαλίσουν τη νομή της εξουσίας και να μην υπερκεραστούν από δραστήριους ανερχόμενους αστικών χαρακτηριστικών ‘‘νέους ανθρώπους’’ (πρβλ. όσα στους Τσιταντίνοι, σ. 60 και αλλού). Η στρατηγική του αποκλεισμού με την ενίσχυση του συλλογικού φαντασιακού, του αριστοκρατικού αισθήματος υπεροχής, οργανώνεται σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο, από ευγενείς στη Βενετία και από τσιταντίνους στην περιφέρεια. Τόσο οι πρώτοι όσο και οι δεύτεροι, θεωρώντας καλύτερη άμυνα διαφύλαξης των προνομίων τους την επίθεση, χαρακτηρίζουν με τα πλέον απαξιωτικά επίθετα τους ποπολάρους, δηλαδή τα μέλη της πολυάριθμης τρίτης θεσμοθετημένης τάξης. Όλοι οι τσιταντίνοι της βενετικής περιφέρειας συμπεριφέρονταν ανάλογα. Μάχονταν, υποστηρίζοντας ότι έλειπε από τους άλλους η civiltà, για να τους αποκλείσουν. Διακηρύσσοντας όμως οι τσιταντίνοι πόσο ήταν οι ίδιοι άξιοι τιμής και οι άλλοι άξιοι περιφρόνησης, δεν γίνονταν ευγενείς. Δεν είναι σωστό να πιστεύουμε σε οβιδιακές μεταμορφώσεις.

   δ. Από τη σ. εμφανίζεται ως μοναδικό γεγονός η απαίτηση του συμβουλίου τσιταντίνων της Ζακύνθου να μην γίνονται δεκτοί σ’ αυτό ξένοι που δεν ήταν τσιταντίνοι στον τόπο προέλευσής τους και δεν είχαν διαμονή ορισμένων ετών στη Ζάκυνθο. Συνήθως τα συμβούλια προσπαθούσαν να αποκλείσουν την εισδοχή τσιταντίνων από άλλους τόπους, αν όχι για πάντα, τουλάχιστον για δέκα χρόνια αλλά η Βενετία επέμενε στα πέντε.

   ε. Κατά συνέπεια, όσο κι αν όλα αυτά τα συμβούλια είναι κλειστά, ανοίγουν με απόφαση της Βενετίας κατά περιόδους, όπως στη διάρκεια και μετά τον κρητικό πόλεμο (1645-1669), για να δεχθούν ως μέλη τους πρόσφυγες τσιταντίνους και κρητικούς ευγενείς. Ο τίτλος των τελευταίων εκτός Κρήτης δεν αναγνωριζόταν και μετέπιπτε στον τίτλο του τσιταντίνου. Αν η σ. εκκινούσε από αυτή την παραδοχή, θα οδηγούνταν σε ασφαλέστερα συμπεράσματα και στη μελέτη της «Βυζαντινοί ‘‘αρχοντόπουλοι’’ και ‘‘ευγενείς’’ βενετοί υπήκοοι: με αφορμή την επανάγνωση του προνομίου της οικογένειας Σκορδίλη», Θησαυρίσματα 38 (2008), σ. 387-434. Αστοχεί, επειδή δεν αντιμετωπίζει κριτικά τις παραγόμενες από τσιταντίνους, αρχοντόπουλους, κρητικούς ευγενείς και συμβούλια τσιταντίνων πηγές. Είναι ενδιαφέρον να γνωρίζουμε ότι αυτοί αρέσκονταν να αυτοπροσδιορίζονται ως ευγενείς. Συμφωνούσε όμως το κράτος, που μόνο αυτό είχε την εξουσία να χορηγεί τους τίτλους; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι. Ο Henri Berr από το 1921 (Henri Beer, Lhistoire traditionnelle et la synthèse historique, Paris, 1921) έδειξε τους κινδύνους της érudition. Από αυτή την έμφορτη με λογιότητα εργασία της Τζιβάρα απουσιάζει η θεωρία και η κριτική σκέψη. Αρκείται στην παθητική πρόσληψη του περιεχομένου των πηγών, οι οποίες, ωστόσο, είναι πολύ ενδιαφέρουσες, καθώς δείχνουν πώς αυτοπροβάλλονται κάποιοι ως ευγενείς, παρόλο που δεν τους είχε δοθεί ο τίτλος.

   στ. Επειδή οι τσιταντίνοι αποτελούν θεσμοθετημένη τάξη (ordine), την πρώτη στον τόπο τους, δεν είναι ορθό να εμφανίζονται ως κοινωνική τάξη (classe sociale) και μάλιστα ως διευθυντική (dirigente). Σχετικά με την τελευταία λέξη, το εξής: ενίοτε μεγεθύνουμε υπέρμετρα αυτό που μελετάμε, προσδίδοντας στο τοπικό διαστάσεις, οι οποίες προσιδιάζουν σε ομάδες του κέντρου που διαχειρίζονται την άλλου μεγέθους κεντρική εξουσία.

    Συμπερασματικά, το πρωτογενές υλικό που εκδίδει η Τζιβάρα περιέχει στοιχεία τα οποία επιβεβαιώνουν τη θέση του βιβλίου μου. Από τις αποφάσεις του συμβουλίου τσιταντίνων της Ζακύνθου φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι τσιταντίνοι της βενετικής περιφέρειας δεν διανοούνταν σε επίσημα δημόσια έγγραφα να ονομάζουν εαυτούς ευγενείς. Το πράγμα, αν και είναι τόσο απλό και ξεκάθαρο, η Τζιβάρα παραδόξως δεν το επισημαίνει.

    Δεν θα επιμείνω περισσότερο, αν και έχω και άλλα να παρατηρήσω. Ο Σπύρος Καρύδης στο ιστολόγιό του, στο οποίο προβάλλει δραστηριότητες σχετικές με τις βενετικές σπουδές, κατ’ εξαίρεση επικρίνει μόνο τον συγγραφέα των Τσιταντίνων και μάλιστα χωρίς να έχει εγκύψει στο βιβλίο, χωρίς να το έχει διαβάσει. Επιπλέον, κριτής αξίζει κανείς να είναι αν τα βάζει με αυτούς που είναι εν τοις πράγμασι. Αλλά για κάτι τέτοιο οι Ιταλοί λένε ci vuole fegato (χρειάζεται να έχεις συκώτι, να το λέει η ψυχή σου, να τολμάς). Εμείς κάπως αλλιώς το λέμε. Ο Σπύρος Καρύδης έσπευσε να ασκήσει κριτική, πριν διερωτηθεί αν είναι βάσιμα αυτά που υποστηρίζει, υποκύπτοντας υπέρμετρα σε δύο από τα επτά επίπεδα της κειμενικότητας, την προθετικότητα (intentionality), δηλαδή τη συνειδητή, την εμπρόθετη με­ταβίβαση ενός μηνύματος, υπολογίζοντας στην αποδεκτότητα (acceptability), στην ύπαρξη ακροατηρίων και αναγνωστών που απο­δέχονται το επικοινω­νιακό προϊόν, ικανοποιούνται μ’ αυτό και το εγκρίνουν.

 Η ιστορία ωστόσο είναι δύσκολο αγώνισμα, το οποίο γίνεται ακόμη δυσκολότερο για όσους από σκοπιμότητα δεν τηρούν την αρχή του ευ αγωνίζεσθαι. Συνήθως πρόκειται για όσους δεν αντιμετωπίζουν την ενασχόληση με αυτή ως αγώνισμα ελευθερίας αλλά ως μέσο ένταξης ή ενίσχυσης της θέσης τους σ’ ένα δίκτυο φίλων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε μερικούς είναι ανυπόφορο να αντιληφθούν το τελείως προφανές, το ότι στο βενετικό κράτος για πεντακόσια χρόνια υπήρχαν τρεις ordini (θεσμοθετημένες τάξεις): nobili, cittadini, popolari. Τα προνόμια και οι τίτλοι που φέρουν τα μέλη των δύο πρώτων και τα δικαιώματα της τρίτης, όπως και οι υποχρεώσεις της καθεμιάς, καθορίζονται από το κράτος, από την πρώτη θεσμοθετημένη τάξη που έχει την εξουσία. Τίποτε δεν αλλάζει, επειδή οι τσιταντίνοι της βενετικής περιφέρειας επέμεναν ανεπίσημα να προβάλλονται ως ευγενείς. Στα επόμενα χρόνια, όσοι θελήσουν να γράψουν για το κράτος της θάλασσας (και της ξηράς), αν συνεχίσουν να αναμασούν τα ίδια και τα ίδια χάριν της αποδεκτότητας και δεν αλλάξουν ρότα, δεν θα μπορέσουν να περάσουν τον κάβο χωρίς απώλειες.

    Γιάννης Γιαννόπουλος, Αθήνα, 28/12/12


210 8225130


Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Η ΒΕΝΕΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

              Η ΒΕΝΕΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ COMUNITÀ, REPUBBLICA, SERENISSIMA, DOMINANTE, CITTADINO, REGNO

    (Ανακοίνωση στο 3ο Διεθνές Συνέδριο Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών με θέμα Η Πελοπόννησος κατά την Τουρκοκρατία και τη Βενετοκρατία (1460-1821) (Αφιέρωμα στον ακαδημαϊκό Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου), (Γαστούνη, 5-7 Σεπτεμβρίου 2008). Επίκειται η δημοσίευση των πρακτικών του συνεδρίου. Και σε ιταλική μετάφραση, Yannis Yannopoulos, "L’avventura veneziana delle parole ‘comunità’, ‘repubblica’, ‘serenissima’, ‘dominante’, ‘cittadino’, ‘regno’", Studi Veneziani LXV (2012), σ. 677-689).


                                   Αυτό που έχει σημασία δεν είναι ο Σαίξπηρ, 
                                                     αλλά τα σχόλια για τον Σαίξπηρ
                                                                                      
                                                                                 Άντον Τσέχωφ                                               
                                                                        
                                                                        
                                            ΠΕΡΙΛΗΨΗ
  Άραγε οι ιστορικοί είχαν την ανάγκη ενός νέου ιστοριογραφικού κλάδου, της ιστορίας των εννοιών, για να ασχοληθούν με το περιεχόμενο των εννοιών, των ιστορικών όρων και την πιθανή διαφοροποίησή τους στον χρόνο; Κατά τη γνώμη μου, όφειλαν να το κάνουν έτσι κι αλλιώς και μερικοί σίγουρα δεν είχαν παραβλέψει αυτή την πλευρά του επαγγέλματός τους. Κι όμως, οι όροι της βενετικής ιστορίας comunità, repubblica, serenissima, dominante, cittadino, regno επαναλαμβάνονται στις ιστορικές μελέτες χωρίς αναφορές στην τυχόν διαφορετική από την αρχική σημασία τους, επειδή τους χρησιμοποιούσε το βενετικό κράτος: με τον όρο comunità (: κοινότητα), με τον οποίο φερόταν το πολίτευμα των αυτόνομων ιταλικών πόλεων από τον 12ο ως τον 14ο αιώνα, η Βενετία εξακολούθησε να ονομάζει τόσο τα συμβούλια των υποταγμένων σ’ αυτή περιφερειακών κέντρων, αν και αυτά έπαυσαν να είναι αυτόνομα, όσο και με τον όρο cittadini (: πολίτες) τα μέλη των συμβουλίων τους, αν και δεν ήταν πραγματικοί πολίτες, αφού δεν είχαν, όπως παλαιότερα στις αυτόνομες πόλεις, το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στα κυβερνητικά αξιώματα∙ repubblica, δηλαδή δημοκρατία, ονόμαζε το πολίτευμά της, παρόλο που ήταν αριστοκρατικό∙ και αυτοαποκαλούνταν serenissima (γαληνότατη), για να επιβάλλει την αντίληψη ότι ήταν κράτος ευνομούμενο. Από τους μελετητές και αυτή η λέξη, όπως και η λέξη dominante (: κυρίαρχη, εννοείται η πόλη, η Βενετία) χρησιμοποιείται κατ’ αντονομασία. Και οι δύο ηχούν ευχάριστα, χωρίς να προβληματίζουν τον αναγνώστη. Τέλος, η Εύβοια / Negroponte, Κρήτη / Candia, η Κύπρος / Cypro, Cipro και η Πελοπόννησος/ Morea φέρονταν με τον όρο regno (: βασίλειο), παρόλο που μόνο η Κύπρος ήταν πράγματι βασίλειο πριν από τη βενετική κατάκτηση.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
  Από τα μέσα του 20ού αιώνα την ως τότε γερμανική, κυρίως, παραδοσιακή ιστορία των εννοιών φιλοσοφίας διαδέχτηκε μια νέα ιστορία των εννοιών. Κύρια χαρακτηριστικά της το ξεπέρασμα των ορίων της φιλοσοφίας, η στροφή της στην ιστορία του πολιτισμού, στις κοινωνικές επιστήμες και στις επιστήμες του ανθρώπου, η κριτική προσέγγιση των εννοιών σε σχέση με τα ιστορικά τους συμφραζόμενα, η επέκτασή της και πέρα από τη Γερμανία σε χώρες γαλλόφωνες, αγγλόφωνες και ισπανόφωνες (Βλ. σχετικά, P. D’ANGELO, «Storia dei concetti», στο M. Cometa, Dizionario degli studi culturali, a cura di R. Coglitore, F. Mazzara, Roma, Meltemi, 2004, σ. 388-396. R. KOSELLECK κ.ά., Αναζητήσεις της νεότερης γερμανόφωνης ιστοριογραφίας, Αθήνα, ΕΜΝΕ-Μνήμων, 2000. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΣΦΟΙΝΗ (επιμ.), Ιστορία των εννοιών. Διαδρομές της ευρωπαϊκής ιστοριογραφίας, Αθήνα, ΕΜΝΕ-Μνήμων, 2006). Όπως παρατηρεί ένας από τους θεωρητικούς της, ο Hans-Georg Gadamer, «όποιος δεν θέλει να αφεθεί να εξουσιάζεται από το λεξιλόγιο, αλλά προσπαθεί να αποκτήσει στέρεα ιστορική συνειδητή γνώση, είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει μια ολόκληρη αλυσιδωτή σειρά προβλημάτων που έχουν σχέση με την ιστορία των λέξεων και των εννοιών» (H.-G. GADAMER, Wahrheit und Methode. Grundzüge einer philosophischen Hermeneutik, Tübingen, Mohr, 1960, σ. 32. Παρατίθεται από D’ANGELO, ό.π., σ. 392). Με αυτή την πρόθεση, στις σελίδες που ακολουθούν, εξετάζονται ορισμένοι βασικοί όροι της βενετικής ιστορίας.

1. COMUNE / COMUNITÀ
   Στην κεντρική και βόρεια Ιταλία, και πέρα από αυτή στη δυτική και κεντρική Ευρώπη, από το τέλος του 11ου ως τον 14ο αιώνα, όλες οι κοινωνικές ομάδες σε κάθε πόλη ένωσαν τις δυνάμεις τους με όρκο, για να απεξαρτηθούν από τον γερμανό αυτοκράτορα. Η δυνατότητα συμμετοχής των ανδρών μιας αυτόνομης/αυτεξούσιας πόλης στα συλλογικά της όργανα και ανάδειξής τους στα αξιώματα εκφράστηκε με τον λατινικό όρο commune (κοινότητα), στην ιταλική comune, ή ενίοτε και με τον συναφή όρο respublica (δημοκρατία) (M. ASCHERI, «Città-Stato e Comuni. Qualche problema storiografico», Le carte e la storia. Rivista semestrale di storia delle istituzioni 5 (1999), σ. 16-28, εδώ, 28). Ο όρος comune εμφανίζεται στις επίσημες πηγές προς το τέλος του 11ου αιώνα ως commune στη γαλλική πόλη Le Mans (1070) και ως communitas στην ιταλική πόλη Cremona (1078) (M. ASCHERI, Le città-Stato, Bologna, Il Mulino, 2006, σ. 7). Σε μια λατινική μετάφραση περί το 1143 του έργου του Αριστοτέλη Ηθικά Νικομάχεια, ο ελληνικός όρος πολιτεία (: δημοκρατία) αποδόθηκε ως communitas (N. RUBINSTEIN, «Le origini medievali del pensiero repubblicano del secolo XV», στο SIMONETTA ADORNI BRACCESI – M. ASCHERI (επιμ.), Politica e cultura nelle repubbliche italiane dal Medioevo all’Età moderna: Firenze, Genova, Lucca, Siena, Venezia, Atti del convegno, Siena, 1997, Roma, Istituto storico italiano per l’età moderna e contemporanea, 2001, σ. 5). 
 Η Βενετία, αν και δεν παρακολούθησε πλήρως αυτές τις εξελίξεις, δεν έμεινε ανεπηρέαστη από την ορολογία και τους θεσμούς της εποχής. Από το 1143 φερόταν ως κοινόν / κοινότητα των Βενετιών (commune Veneciarum) και δίπλα στον δόγη έκανε την εμφάνισή του το συμβούλιο των σοφών (consilium sapientum), του οποίου τις αποφάσεις, κυρίως την εκλογή νέου δόγη, όφειλε να επιδοκιμάζει η λαϊκή συνέλευση (concio/arengo) (Το δικαίωμα εκλογής του δόγη από τη λαϊκή συνέλευση πέρασε «σε μια επίσημη επιτροπή που κατέθετε μία και μοναδική υποψηφιότητα, και αυτή ισοδυναμούσε με εκλογή»: F.C. LANE, Venice. A maritime republic, Baltimore, The John Hopkins University Press, 1973· ελληνική μετάφραση, Βενετία, η θαλασσοκράτειρα, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2007, σ. 144). Με το «κλείσιμο» (serrata) όμως του Μεγάλου Συμβουλίου (Maggior Consiglio) το 1297, το πολίτευμα διαμορφώθηκε για πέντε αιώνες, ως την κατάλυση του βενετικού κράτους το 1797, σε αριστοκρατικό, παρότι η πρακτική της λαϊκής επιδοκιμασίας (collaudatio) μετά την εκλογή νέου δόγη συνεχίστηκε για περισσότερο από έναν αιώνα. Εγκαταλείφθηκε το 1423, οπότε και η Βενετία έπαυσε να ονομάζεται commune (G. COZZI – M. KNAPTON, Storia della Repubblica di Venezia. Dalla guerra di Chioggia alla riconquista della Terraferma, Torino, UTET, 1968, σ. 100-101. É. CROUSET-PAVAN, Venise triomphante. Les horizons d’un mythe, Paris, Albin Michel, 1999, στην ιταλική, Venezia trionfante. Gli orizzonti di un mito, μετάφραση E. Pasini, Torino, Einaudi, 2001, σ. 230: «Πράγματι, όταν τον 15ο αιώνα ο όρος Comune εκλείπει από το πολιτικό λεξιλόγιο για να πάρει τη θέση του ο όρος Signoria, μπορούμε χωρίς αμφιβολία να σκεφτούμε ότι, πέρα από τη συγκρότηση του εδαφικού κράτους, αυτές οι αλλαγές σημασίας επιβεβαιώνουν την επικράτηση της αριστοκρατίας». Ανάλογα, DORIT RAINES, L’invention du mythe aristocratique. L’image de soi du patriciat vénitien au temps de la Sérénissime, τ. 1, Venezia, Istituto Veneto di Scienze. Lettere ed Arti, 2006, σ. 66). Αλλά τα κυβερνητικά όργανα της κυρίαρχης πόλης, όταν απευθύνονταν σε μια υποταγμένη πόλη, δεν αντιμετώπισαν ανάλογα και τον ταυτόσημο όρο comunità (κοινότητα). Εξακολούθησαν να τον αποδίδουν σε καθεμιά από αυτές, παρόλο που δεν εκπροσωπούνταν πλέον στο συμβούλιό της ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις. Μόνο με καταστατική πράξη (statutum/o), την οποία εξέδιδε η βενετική Γερουσία (Senato), τα άρρενα μέλη ενός μικρού αριθμού οικογενειών σε κάθε υποταγμένη πόλη αναγνωρίζονταν ως η θεσμοθετημένη τάξη των τσιταντίνων (ordine dei cittadini) και ως συμβούλιο των τσιταντίνων (consiglio dei cittadini). 
  Κάθε υποταγμένη πόλη, περιφερειακό διοικητικό κέντρο του κράτους, για να δοθεί η εντύπωση ότι τίποτε δεν είχε αλλάξει, δεν έπαυσε να ονομάζεται comunità από τις βενετικές αρχές και εξακολούθησε να διοικείται από έναν ρέκτορα (rettore), συνήθως ονομαζόμενο console ή podestà, ακριβώς όπως πριν από την κατάκτηση, όταν η πόλη ήταν ακόμη αυτεξούσια. Τον ρέκτορα, ωστόσο, δεν τον επέλεγε, όπως πριν από την κατάκτηση, η πόλη. Ήταν βενετός ευγενής μέλος του Μεγάλου Συμβουλίου της Βενετίας εκλεγμένος από αυτό, για να υπηρετήσει σ’ αυτή ως εκπρόσωπός της (rappresentante) για ορισμένο χρονικό διάστημα, συνηθέστερα επί διετία. Ένα επίσημο έγγραφο, η εντολή (commissione) της βενετικής Γερουσίας προς τον ρέκτορα, καθόριζε τις διοικητικές και δικαστικές δικαιοδοσίες του. Το συμβούλιο της πόλης δεν είχε πλέον όπως στην εποχή των Comuni κυβερνητικές αλλά μόνο αυτοδιοικητικές δικαιοδοσίες και οι αποφάσεις του δεν ήταν έγκυρες, χωρίς την παρουσία του προέδρου του, του ρέκτορα, στις συνεδριάσεις του. Η ελευθερία (libertas), έννοια ισοδύναμη με την ανεξαρτησία όσο η πόλη ήταν ένα Comune, είχε χαθεί. Κριτήριο εισδοχής ενός άνδρα στο συμβούλιο ήταν οι τρεις γενιές, οι τρεις βαθμίδες πολιτισμένης κατάστασης που συναντάται σε πόλη (i tre gradi di civiltà), με την έννοια ότι ο υποψήφιος, όπως επίσης ο πατέρας και ο πάππος του, όφειλαν να έχουν τόπο διαμονής την πόλη και κανείς από τους τρεις να μην έχει ασκήσει ποτέ χειρωνακτικό επάγγελμα (arte meccanica). Τον επέλεγαν οι βενετικές αρχές, κατά κανόνα ύστερα από διατύπωση θετικής γνώμης του συμβουλίου των τσιταντίνων της πόλης. Η απόφαση υποβαλλόταν προς επικύρωση στη Γερουσία. Όλοι οι τσιταντίνοι μιας πόλης αποτελούσαν διά βίου, αυτοί και οι απόγονοί τους, το γενικό της συμβούλιο (consiglio generale), το οποίο συνερχόμενο κάθε χρόνο εξέλεγε το ορισμένου αριθμού συμβούλιο της πόλης, π.χ. των 150.
  Οι εκχωρημένες στο συμβούλιο της πόλης από τη Βενετία με την πράξη υποταγής (atto di dedizione) ή με μεταγενέστερη καταστατική πράξη (statuto) αρμοδιότητες, έδιναν την ψευδαίσθηση ότι εξακολουθούσαν να ισχύουν οι κοινοτικές/δημοκρατικές διαδικασίες, οι οποίες όμως πολύ απείχαν από της εποχής των Comuni ή από ό,τι μπορεί να εκληφθεί στη θεωρία και στην πράξη ως κοινότητα. Ο όρος comunità επιβίωσε καταχρηστικά, για να προσομοιάζει το νέο καθεστώς με το κοινοτικό. Η ύπαρξη τριών θεσμοθετημένων τάξεων (ordini) με κυρίαρχη την πρώτη, των βενετών ευγενών, που είχε μόνη αυτή την εξουσία να νομοθετεί και να κυβερνά, ο αποκλεισμός της δεύτερης και της τρίτης από την έκδοση νόμων και τη λήψη κυβερνητικών αποφάσεων, όπως και ο αποκλεισμός της τρίτης από τα συμβούλια των πόλεων, επέφερε την κατάργηση των παλαιότερων κοινοτικών θεσμών στις υποταγμένες πόλεις. Η Βενετία επέτρεψε να λειτουργήσουν μόνο αγροτικές κοινότητες (comuni rurali) με δικαιοδοσίες που διέφεραν αισθητά από περιφέρεια σε περιφέρεια. Μεγάλες, για παράδειγμα, ήταν στην επαρχία της Πάδοβας, ενώ στην Κρήτη και στη Ζάκυνθο υποτυπώδεις. 
 Η κατά λέξη απόδοση στην ελληνική του όρου comunità, όταν αυτός αφορά πόλεις (città), σχεδόν πόλεις (terre στις πηγές) ή απλά καστέλια (castelli) (τα καστέλια ήταν τα μικρότερα από τα περιφερειακά διοικητικά κέντρα της βενετικής περιφέρειας), με τον μακράς παράδοσης ελληνικό όρο κοινότητα, οδηγεί σε παρανοήσεις, σε συναισθηματικές και ιδεολογικές συνδηλώσεις, που απέχουν από την πραγματικότητα. Σε κάθε διοικητικό κέντρο τα μέλη του συμβουλίου των τσιταντίνων αντιμετώπιζαν τα τοπικά προβλήματα με τη δική τους οπτική, πρώτιστα για να ικανοποιούν τα δικά τους συμφέροντα. Η Βενετία προσάρμοσε στα δικά της μέτρα το υφιστάμενο πριν από την κατάκτηση καθεστώς. Σε κάθε περιφερειακό κέντρο το συμβούλιο των τσιταντίνων (κατ’ εξαίρεση στην Κρήτη σε κάθε περιφερειακό κέντρο το συμβούλιο από nobili veneti και nobili cretesi) είναι θεσμός ανάλογος με τους διαμορφωμένους από την κυρίαρχη θεσμοθετημένη τάξη θεσμούς αριστοκρατικού χαρακτήρα – ανάλογος του Μεγάλου Συμβουλίου – στην πρωτεύουσα του κράτους (Για τη συγκρότηση και λειτουργία των συμβουλίων των πόλεων και των αγροτικών κοινοτήτων, βλ. Γ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Τσιταντίνοι, οι snob της βενετικής περιφέρειας. Δοκίμιο εννοιολογικής και κοινωνικής ιστορίας, Αθήνα, Παπαζήσης, 2010, σ. 151-422, όπου και η σχετική βιβλιογραφία).

2. REPUBBLICA, SERENISSIMA REPUBBLICA, DOMINANTE

  Μερικές πόλεις της κεντρικής και βόρειας Ιταλίας, όπως η Βενετία, η Φλωρεντία και το Μιλάνο, τον 15ο και 16ο αιώνα επεκτάθηκαν με τη δύναμη των όπλων, ενώ οι γερμανικές με πολιτικά μέσα. Καθεμιά από αυτές τις ιταλικές πόλεις ως κυρίαρχη (dominante) εξακολούθησε να είναι η πρωτεύουσα του κράτους, ενώ οι αντίστοιχες γερμανικές ήταν ισότιμες με τις προσαρτημένες (M. BERENGO, «Città italiana e città europea, spunti comparativi», στο La demografia storica delle città italiane. Relazioni e comunicazioni presentate al Convegno tenuto ad Assisi nei giorni 27-29 ottobre 1980, Bologna, Cooperativa Libraria Universitaria Editrice, 1982, σ. 3-19. Εκτενώς, Ο ΙΔΙΟΣ, L’Europa delle città. Il volto della società urbana tra Medioevo ed Età moderna, Torino, Einaudi, 1999, XVI-1042 σελίδες). Αντίθετα, στις υποταγμένες ιταλικές πόλεις δεν ίσχυσε καθεστώς πραγματικής ισοτιμίας. Οι πολίτες των κυρίαρχων ιταλικών πόλεων είχαν μόνο αυτοί πολιτικά δικαιώματα και με τρόπο περισσότερο ή λιγότερο εμφανή συμπεριφέρονταν ως κύριοι στις υποταγμένες. Έτσι ενισχυόταν η ταυτότητά τους ως Βενετών, Φλωρεντινών κτλ., αλλά και η ταυτότητα των υποταγμένων, αρνητικά τις περισσότερες φορές, επειδή είχαν αποκλειστεί από τα τεκταινόμενα στην πρωτεύουσα πόλη (M. ASCHERI, «La città-Stato italiana: una vicenda storica conclusa?», Kos. Rivista di medicina, cultura e sience umane 241 (ottobre 2005), σ. 40-45: εδώ 45). 
 Από τον 15ο αιώνα στη Βενετία, οι νέοι όροι dominium, Signoria, Serenissima Signoria «υποδήλωναν έναν ιδιαίτερο οργανισμό που είχε ορισμένες καταστατικές λειτουργίες» (G. COZZI – M. KNAPTON, ό.π., σ. 101) και ήταν ισοδύναμοι με τη νέα σημασία, που η λέξη status/stato (κατάσταση) προσέλαβε, αργότερα, του κράτους. Η Βενετία ως Serenissima Repubblica (Serenissima ονομάστηκε και η Γένοβα από το 1551 με αυτοκρατορικό διάταγμα), ή κατ’ αντονομασία απλώς ως Serenissima (Γαληνοτάτη), πρόβαλλε, και επέβαλλε στην επικράτειά της, την ιδεολογικά φορτισμένη αντίληψη ότι ήταν κράτος ευνομίας διεπόμενο από υψηλό αίσθημα ευθύνης και δικαιοσύνης στις σχέσεις του με τα άλλα κράτη, με τις υποταγμένες πόλεις και με τους υπηκόους της. Οι υπήκοοι, όπως τα συμβούλια τσιταντίνων των περιφερειακών κέντρων, μπορούσαν να απευθύνονται στις βενετικές αρχές, τόσο στις περιφερειακές όσο και στις κεντρικές, και να ζητούν την έκδοση δίκαιων διοικητικών ή δικαστικών αποφάσεων. Πόσο, ωστόσο, η Βενετία ανά τους αιώνες υπήρξε κράτος ευνομίας και πόσο οι αποφάσεις λαμβάνονταν από τα αρμόδια όργανα με ήρεμη / γαλήνια συνείδηση, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με ένα ναι ή με ένα όχι. Οι υπήκοοι, όταν υπέβαλλαν τα αιτήματά τους στις βενετικές αρχές ονόμαζαν τη Βενετία Serenissima Repubblica. Όταν όμως ο Cesare Beccaria δημοσίευσε το 1764 το περίφημο δοκίμιό του Dei delitti e delle pene, για να ασκήσει δριμεία κριτική στα δικαιικά συστήματα της εποχής του, περισσότερο από κάθε άλλο είχε στο νου του ως αρνητικό παράδειγμα το βενετικό (Ανάμεσα στις πρώτες εκδόσεις C. BECCARIA, Dei delitti e delle pene, τ. 1-2, Monaco [: Firenze], Andrea Bonducci, 1764. Η μετάφραση στην ελληνική του Αδαμάντιου Κοραή σε τελευταία ανατύπωση Αθήνα, 1989. Βλ. και πρόσφατη μετάφραση: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΚΡΙΒΟΠΟΥΛΟΥ - ΑΘΗΝΑ ΣΙΜΟΓΛΟΥ, Περί εγκλημάτων και ποινών, Αθήνα, 2009). Επομένως, όταν από τους μελετητές σήμερα αντί να αναφέρεται ως βενετικό κράτος ή απλώς ως Βενετία, επιλέγεται αυτή να ονομάζεται Γαληνοτάτη (Serenissima), όχι κατ’ ανάγκη ηθελημένα, αλλά κατ’ αντονομασία μόνο και μόνο για να αποφεύγεται η επανάληψη, διατυπώνεται μια ιδεολογικά / αξιολογικά φορτισμένη άποψη, αναπαράγεται τόσο όψιμα, ετεροχρονισμένα, η κυρίαρχη βενετική ιδεολογία. Έτσι, χωρίς την ελάχιστη παρουσίαση του ισχύοντος θεσμικού καθεστώτος, ο ανυποψίαστος παραλήπτης του μηνύματος διατίθεται χωρίς να το συνειδητοποιεί ευνοϊκά σ’ αυτό το καθεστώς. 
  Το ίδιο συμβαίνει και με τον όρο repubblica, που μπορεί να εκληφθεί ως πολιτικό σύστημα στο οποίο όλοι άμεσα ή έμμεσα μετέχουν στη λήψη των αποφάσεων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, χωρίς καμιά αναφορά στην πραγματική σημασία, στην ελληνική αποδίδεται ως δημοκρατία. Ο όρος repubblica (< res publica: δημοκρατία) απέκτησε την πρωταρχική σημασία του στην αρχαία Ρώμη, όπου την εξουσία μοιράζονταν κατά κάποιο τρόπο η Γερουσία και ο λαός (senatus populusque romanus). Στο πολίτευμα της αρχαίας Ρώμης, ωστόσο, δεν υπερίσχυαν τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά. Η προφανής υπεροχή της Γερουσίας προσέδιδε στο καθεστώς αριστοκρατικό χαρακτήρα. Αντίθετα, στον ύστερο μεσαίωνα και στους πρώιμους νεότερους χρόνους, στην εποχή των Comuni και αργότερα ακόμη σε μερικές πόλεις, όπως στη Φλωρεντία, ίσχυσαν πραγματικοί δημοκρατικοί θεσμοί. Το 1438 ο Poggio Bracciolini, γνωστός διανοούμενος στην υπηρεσία της Φλωρεντίας, έγραφε σχετικά στον δούκα του Μιλάνου: 
 Τη δική μας repubblica δεν την κυβερνούν ούτε μερικοί τσιταντίνοι ούτε οι αριστοκράτες, αλλά όλος ο λαός γίνεται δεκτός με ίσο δικαίωμα στα δημόσια αξιώματα· τούτο έχει ως επακόλουθο οι μεγάλοι τσιταντίνοι και οι απλοί τσιταντίνοι, οι ευγενείς και οι μη ευγενείς, να είναι ενωμένοι για να υπηρετήσουν την ελευθερία, την οποία για να την υπερασπιστούν δεν κοιτάζουν πώς θα αποφύγουν τα έξοδα ούτε φοβούνται τους κόπους (Το απόσπασμα στο M. ASCHERI, Le città-Stato, ό.π., σ. 147). 
  Κριτήρια για την εκλογή υποψηφίου στα αξιώματα ήταν η αναγνώριση / το κύρος (dignitas), η αρετή / η αξία (virtù) και όχι ο πλούτος ή η ευγένεια του πολίτη (cittadino) (RUBINSTEIN, ό.π., σελ. 18). 
  Παράλληλα, από τις αρχές του 14ου αιώνα η λέξη repubblica εξελίχθηκε σε έναν γενικό και αόριστο όρο ή απέκτησε περισσότερες σημασίες της αρχικής. Δήλωνε κάθε πολιτικό σύστημα, ακόμη και μοναρχικό. Έλεγαν ‘‘res publica imperii’’, ‘‘res publica regnis nostri’’» (M. ASCHERI, «La Siena del Buon Governo (1287-1355)», στο SIMONETTA ADORNI BRACCESI - M. ASCHERI (επιμ.), Politica e cultura, ό.π., σ. 84). Ο Bartolo Cavalcanti (1503-1562), μελετητής του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Πολύβιου, στο έργο του Trattati sopra gli ottimi reggimenti delle repubbliche antiche e moderne ονομάζει repubbliche τα διάφορα κατά Πλάτωνα είδη πολιτευμάτων και repubbliche miste (μεικτά πολιτεύματα) τα πολιτεύματα της εποχής του (Βλ. B. CAVALCANTI, Trattati sopra gli ottimi reggimenti delle repubbliche antiche e moderne, Milano, Società tipografica de’ Classici italiani, 1805 (1/1555), σ. 1-3). 
  Ο όρος repubblica εξακολούθησε να χρησιμοποιείται και στη Βενετία, όπου μόνο οι βενετοί ευγενείς (nobili veneti) είχαν πολιτικά δικαιώματα. Κατά κάποιο τρόπο, εξέφραζε τον ιδιότυπο χαρακτήρα του βενετικού ρεπουμπλικανισμού: οι βενετοί ευγενείς, που είχαν όλη την κυβερνητική εξουσία, εξέλεγαν στα κυβερνητικά συμβούλια και στα αξιώματα αποκλειστικά ομοίους τους ύστερα από ψηφοφορία, δηλαδή με τις συνήθεις στα δημοκρατικά πολιτεύματα διαδικασίες. Όταν, όμως, στο ανώτατο κυβερνητικό όργανο του κράτους, στο Μεγάλο Συμβούλιο (Maggior Consiglio), από το οποίο προέρχονταν όλα τα άλλα κυβερνητικά όργανα, μετείχαν επί πέντε αιώνες (1297-1797) μόνο λίγοι κάτοικοι της πόλης, από 1.000 ως 2.500 κατά καιρούς, οι βενετοί ευγενείς, το πολίτευμά της ασφαλώς δεν μπορεί να θεωρείται δημοκρατικό, αλλά αριστοκρατικό. Μόνο μέλη του Μεγάλου Συμβουλίου είχαν το προνόμιο να εκλέγονται στα κυβερνητικά συμβούλια και σε όλα τα άλλα αξιώματα (magistrati, κοινώς offici) της Βενετίας και των περιφερειών. Οι άλλοι cittadini, τόσο στην ίδια την πόλη όσο και στα διοικητικά κέντρα των περιφερειών του κράτους ( τα territori και τις province που υποδιαιρούνταν σε territori), δεν εκπροσωπούνταν στο Μεγάλο Συμβούλιο και δεν είχαν δικαίωμα εκλογής σε κανένα αξίωμα, ούτε στο λιγότερο σημαντικό, του κέντρου και της περιφέρειας. Ο θεωρητικός εξάλλου του πολιτεύματός της με το μεγαλύτερο κύρος, ο Gasparo Contarini, υποστήριξε ότι ήταν μεικτό (G. CONTARINI, De magistratibus et republica Venetorum libri V, Parisiis, ex officina M. Vascosani, 1543): η ύπαρξη ανωτάτου άρχοντα, του δόγη, του προσέδιδε μοναρχικό χαρακτήρα, Γερουσίας αριστοκρατικό και Μεγάλου Συμβουλίου δημοκρατικό. Ανάλογα, όπως παρατηρεί ο σύγχρονός μας μελετητής Matteo Casini, από βενετούς και άλλους συγγραφείς εκείνης της εποχής προβλήθηκε ο αναγεννησιακός μύθος της Serenissima Repubblica ως το ιδεατό πρότυπο πολιτικής και θεσμικής εμπειρίας (M. CASINI, «Note sul linguaggio politico veneziano del Rinascimento», στο SIMONETTA ADORNI BRACCESI – M. ASCHERI (επιμ.), Politica e cultura nelle Repubbliche italiane, ό.π., σ. 309). Είναι επομένως τελείως παραπλανητικό να αναφέρεται ως Repubblica di Venezia και να μεταφράζεται ως Δημοκρατία της Βενετίας ή, πολύ περισσότερο, να αποκαλείται Γαληνότατη Δημοκρατία (Serenissima Repubblica). Το ίδιο αστόχαστα, μερικές φορές, κατ’ αντονομασία η Βενετία αναφέρεται ως Dominante, με τρόπο που διαφεύγει η σημασία του όρου, χωρίς να συνειδητοποιείται ότι dominante (: κυρίαρχη) ήταν η πόλη, μικρή μερίδα της πόλης (η θεσμοθετημένη τάξη των βενετών ευγενών), που εξουσίαζε τόπους και ανθρώπους. Αυτές οι κατ’ αντονομασία διατυπώσεις ηχούν ευχάριστα, συχνά όμως, παραπλανούν τον παραλήπτη του μηνύματος, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, όταν η χρήση του όρου και το σύνολο των συμφραζομένων παύουν να φανερώνουν το βάρος της κυριαρχίας. Πολύ περισσότερο, το συμβούλιο τσιταντίνων στη Ζάκυνθο ή τα συμβούλια τσιταντίνων στα διαμερίσματα (territori) της Πελοποννήσου στη διάρκεια της τριακονταετίας 1685-1715 υπερέβαλλαν, όταν πρόβαλλαν την απαίτηση να αναγνωρίζει η Βενετία τις περιφέρειές τους ως repubbliche, επειδή το βενετικό κράτος τους είχε εκχωρήσει το δικαίωμα να αποφασίζουν, παρουσία των βενετικών αρχών, για θέματα τοπικής σημασίας (ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Οι τσιταντίνοι, ό.π., σ. 361 και 484). Πέρα των άλλων επιχειρημάτων, οι αρμοδιότητες των συμβουλίων τους δεν ήταν αρκετές, για μια πραγματική χρήση του όρου. Και όταν ακόμη οι βενετικές αρχές δεν κατόρθωναν να ασκούν αποτελεσματικά την διοικητική και δικαστική εξουσία, αυτά δεν έπαυαν να είναι χωρίς κυβερνητικές δικαιοδοσίες συμβούλια περιφερειών υποκείμενων στην κυρίαρχη πόλη. Δεν ήταν αυτόνομα / αυτεξούσια καθεστώτα με κοινοτικούς / δημοκρατικούς θεσμούς άξια να ονομάζονται comuni ή repubbliche. Το βενετικό κράτος δεν ήταν ένα σύγχρονο ομόσπονδο κράτος.
3. CITTADINI
    Ως το 1297, το έτος της πολιτειακής μεταβολής, κάθε Βενετός, χάρη στα προνόμια που απολάμβανε, αν ήταν παλαιός Βενετός ή εγκατεστημένος στην πόλη επί πολλά χρόνια, ήταν πολίτης (civis/cittadino), αφού έπαιρνε μέρος στη συνέλευση (concio ή arengo) της κοινότητας (comune). Το σώμα αυτό των πολιτών δεν ήταν η εκκλησία του δήμου της αρχαίας Αθήνας, όπου λαμβάνονταν οι τελικές αποφάσεις. Στη Βενετία η λήψη των πολιτικών αποφάσεων ήταν έργο των κρατικών οργάνων και η συνέλευση είχε τυπικό σχεδόν χαρακτήρα. Καθώς ωστόσο η σύγκλησή της απέβλεπε τόσο στην επιδοκιμασία (collaudatio), για την ευρύτερη νομιμοποίηση των αποφάσεων, όσο και στην ανάληψη δεσμεύσεων, όλες κατά κάποιο τρόπο οι κοινωνικές ομάδες της πόλης εμπλέκονταν, αν και σε διαφορετικό βαθμό η καθεμιά, στα δημόσια πράγματα (res publica). Μετά το 1297 όμως, ακόμη περισσότερο τις αμέσως επόμενες δεκαετίες, παρόλο που η συνέλευση καταργήθηκε αργότερα, το 1423, ως ενοχλητική παρά για τις εξουσίες της, με τρόπο ξεκάθαρο πλέον πραγματικοί πολίτες (cives / cittadini), όπως και οι ίδιοι σταθερά υποστήριζαν, με δικαίωμα να εκλέγουν και να εκλέγονται στα κυβερνητικά αξιώματα και να διαμορφώνουν τους θεσμούς, ήταν μόνο όσοι μετείχαν στο Μεγάλο Συμβούλιο. Και ενώ από τα μέσα του 13ου αιώνα είχε καθιερωθεί να φέρουν τον τίτλο vir nobilis / Homo Nobilis (H. N.) μόνο όσοι καταλάμβαναν αξιώματα δημόσια (κατά βυζαντινή παράδοση) ή φεουδαλικά (κατά λομβαρδική παράδοση), μετά το 1297 ή ακριβέστερα μετά το 1323, όλοι όσοι μετείχαν στο Μεγάλο Συμβούλιο ονομάζονταν ισόβια ευγενείς (nobili), όπως επίσης οι οικογένειές τους (άνδρες και γυναίκες) και οι νόμιμοι απόγονοί τους. Ο τίτλος ήταν αντάξιος του πολιτικού τους ρόλου και σε πλήρη αντιστοιχία με την ονοματολογία και τις ισχύουσες κοινωνικές ιεραρχίες εκείνη την εποχή στην Ευρώπη. Με την καταστατική μεταβολή του 1297 και των επόμενων ετών, οι βενετοί ευγενείς επιβλήθηκαν νομικά και κοινωνικά ως η κυρίαρχη πρώτη θεσμοθετημένη τάξη (primo ordine) και η κοινωνία προσέλαβε αυστηρά ιεραρχημένη δομή (R. CESSI, Le origini del ducato veneziano, Napoli, Morano, 1951, σ. 323-339: «Le origini del patriziato veneziano»· RAINES, ό.π., τ. 1, σ. 567-569· R.C. MUELLER, «Espressioni di status sociale dopo la “serrata” del Maggior Consiglio di Venezia», στο Studi veneziani offerti a Gaetano Cozzi, Venezia, Il Cardo, 1992, σ. 53-60. Σχετικά με τον χαρακτηρισμό Βενετών ως ευγενών πριν και μετά το 1297 τα εξής από τον LANE, ό.π., σ. 141: «Υπήρχαν οικογένειες που θεωρούνταν ευγενείς λόγω του πλούτου τους, των στρατιωτικών τους υπηρεσιών, των διασυνδέσεών τους με την εκκλησία, του τρόπου ζωής τους. Παρότι δεν είχαν σαφώς προσδιορισμένα νομικά ή πολιτικά προνόμια που να τις ξεχωρίζουν από τις μη ευγενείς οικογένειες, ήταν οι ηγέτιδες του πολιτικού βίου και στην αρχή ο κόσμος δεχόταν ότι εκπροσωπούσαν τον λαό, δηλαδή την κοινότητα». Και από τον ίδιο, ό.π., σ. 173, ότι από το 1323, «για να γίνει κάποιος μέλος του μεγάλου συμβουλίου, έπρεπε να αποδείξει πως είχε έναν πρόγονο που είχε υπηρετήσει σε υψηλές θέσεις» [...] και ότι, ό.π., σ. 174, «όλα τα μέλη του μεγάλου συμβουλίου θεωρούνταν ευγενείς και η ιδιότητα του ευγενούς αντιμετωπιζόταν […] ως κληρονομική»). Έκτοτε στη Βενετία μόνο οι ευγενείς (nobili veneti) ένα πολύ μικρό ποσοστό των κατοίκων της πόλης διατήρησαν ακέραια τα προνόμια που απέρρεαν από την ιδιότητα του πολίτη (cittadino). Όσοι φέρονταν στο εξής ως «πολίτες» (cittadini) διακρίνονταν, ανάλογα με τα προνόμια που τους εκχωρούσαν οι ευγενείς, σε επιμέρους ομάδες. Όλοι αυτοί δεν είχαν – παρά το όνομα – το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στα κυβερνητικά αξιώματα ή σαφέστερα δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Κάθε όνομα έχει την ιστορία του. Συχνά εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και όταν το περιεχόμενό του αλλάζει. Από τις ομάδες των τσιταντίνων που όλες μαζί αποτελούσαν τη δεύτερη θεσμοθετημένη τάξη των τσιταντίνων (ordine dei cittadini) του βενετικού κράτους, με πρώτη των ευγενών (ordine dei nobili) και τρίτη του λαού (ordine del popolo, dei popolari), διακρίνονταν οι εξής τέσσερις: οι γηγενείς βενετοί τσιταντίνοι (cittadini originari veneti), οικογένειες Βενετών, οι οποίες, αν και ξεχώριζαν από πολλές άλλες, δεν κρίθηκαν άξιες να περιληφθούν στο Μεγάλο Συμβούλιο· οι οικογένειες των γηγενών ελάχιστα υπολείπονταν σε οικονομικά προνόμια από τις ευγενείς, όπως και ελάχιστα πλεονεκτούσαν από τη δεύτερη κατηγορία των τσιταντίνων με δικαίωμα εμπορίας εκτός και εντός της Βενετίας (cittadini de intus et de extra). Μια τρίτη κατηγορία αποτελούσαν όσοι ονομάζονταν τσιταντίνοι με δικαίωμα εμπορίας εντός Βενετίας μόνο (cittadini de intus tantum). Τέλος, μια τέταρτη αποτέλεσαν, όσοι εισήλθαν ως τσιταντίνοι αρχικά ή μεταγενέστερα στα συμβούλια διοικητικών κέντρων – πόλεων σχεδόν πόλεων ή καστελιών – της βενετικής περιφέρειας. Από τις παραπάνω κατηγορίες οι γηγενείς από τον 14ο αιώνα, αργότερα σταδιακά περισσότερο, απέκτησαν το προνόμιο να εισέρχονται και να αναδεικνύονται σε στελέχη της βενετικής / δουκικής γραφειοκρατίας. Τα μέλη πάλι των περιφερειακών συμβουλίων, σύμφωνα με την αρχική συμφωνία ή με μεταγενέστερη καταστατική πράξη, όπως είδαμε, μπορούσαν να συνέρχονται υπό την προεδρία του ρέκτορα της περιφέρειας και, κατά περίπτωση, να αποφασίζουν για τοπικά προβλήματα ή να προτείνουν στις βενετικές αρχές της περιφέρειας και του κέντρου την επίλυσή τους, να υποβάλλουν με πρεσβείες τους τα αιτήματά τους στο κέντρο και να εκλέγουν ομοίους τους σε καταστατικά προβλεπόμενες θέσεις του τόπου, τις έσχατες στο όλο σύστημα της διοίκησης του κράτους. Στους τσιταντίνους του κέντρου και της βενετικής περιφέρειας ποτέ η Βενετία δεν απένειμε με καταστατική πράξη (per statuto) τίτλο ευγένειας. Όσοι από τους τελευταίους είχαν τίτλους πριν από τη βενετική κατάκτηση της πόλης τους και σε όσους απονεμήθηκε ο τιμητικός τίτλος του conte για προσφερθείσες υπηρεσίες ή αντί ορισμένου ποσού, αφού εκχώρησαν σημαντική έκταση γης στο κράτος, η οποία στη συνέχεια τους αποδόθηκε ως φέουδο, μετείχαν ισότιμα με τους άλλους τσιταντίνους στα συμβούλια. Παρ’ όλα αυτά, σε κάθε περιφέρεια τα μέλη του συμβουλίου της (i cittadini del consiglio) επέμεναν να προβάλλονται ως ευγενείς (nobili). Όσο όμως κι αν επιθυμούσαν διακαώς να τους δοθεί ο τίτλος, οι βενετοί ευγενείς αρνήθηκαν επίμονα ως το τέλος να τους απονείμουν τίτλο συνεπαγόμενο και συμμετοχή στη διακυβέρνηση του κράτους. Γι’ αυτό οι τσιταντίνοι παρά το όνομα ουδέποτε απέκτησαν πραγματικά πολιτικά προνόμια. Στη βιβλιογραφία δεν είναι τόσο ξεκάθαρο τι ήταν ακριβώς οι τσιταντίνοι των βενετικών περιφερειακών κέντρων. Οι τσιταντίνοι της βενετικής περιφέρειας αντιμετωπίστηκαν με κάποια αμηχανία. Προβλήθηκαν τρεις διαφορετικές προτάσεις: όσοι μελετητές έμειναν πιστοί στην παράδοση, την οποία δημιούργησαν οι ίδιοι οι τσιταντίνοι, χωρίς καμιά δυσκολία διάβαζαν στις πηγές, ή και διαβάζουν ακόμη και σήμερα, τσιταντίνοι και μεταφράζουν ευγενείς, όχι τελείως αυθαίρετα, αφού υπάρχουν πηγές, που παρήγαγαν οι τσιταντίνοι, στις οποίες αυτοπροσδιορίζονται ως ευγενείς. Άλλοι μένουν πιστοί σε αυτό που σημαίνει η λέξη: μεταφράζουν πολίτες. Μια τρίτη κατηγορία μελετητών προτιμά να ονομάζει τους τσιταντίνους αστούς. Και στις τρεις περιπτώσεις υπάρχει πρόβλημα. Οι τσιταντίνοι δεν μπορούν να ονομάζονται ευγενείς, παρόλο που οι ίδιοι επέμεναν να προβάλλονται ως τέτοιοι. Ούτε πολίτες, όπως είδαμε. Αλλά και η λέξη αστοί δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα: ως ειδικός όρος προσδιορίζει ορισμένη κοινωνική τάξη (classe), της οποίας τα χαρακτηριστικά δεν συμπίπτουν με τα χαρακτηριστικά της θεσμοθετημένης τάξης των τσιταντίνων (ordine dei cittadini). Τον κορμό της τελευταίας αποτελούσαν κάτοχοι φέουδων, ή ευρύτερα ιδιοκτήτες αγροτικών και αστικών ακινήτων, πρόσωπα τα οποία απέφευγαν συνήθως να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους σε επιχειρηματικές δραστηριότητες με κάποιο ιδιαίτερο ρίσκο. Όσοι πάλι μπορούν να θεωρηθούν ως άνθρωποι με αστικά χαρακτηριστικά, όπως δικηγόροι, νοτάριοι, γιατροί, επιχειρηματίες και άλλοι δεν αποτελούσαν τα ισχυρότερα μέλη της θεσμοθετημένης τάξης τους και, το κυριότερο, ούτε αυτοί είχαν αναπτύξει συνείδηση κοινωνικής τάξης (classe). Είναι προτιμότερο, κατά τη γνώμη μου, ο όρος cittadino να μείνει αμετάφραστος (τσιταντίνος), όπως οι όροι ποπολάρος, πληβείος και άλλοι. Αν μείνει αμετάφραστος, κατ’ ανάγκην θα αναζητηθεί ο πολιτικός και κοινωνικός τους ρόλος. Γιατί ως τώρα με την απλή μετάφρασή του, δεν είχε διευκρινιστεί τι ήταν επιτέλους αυτοί οι ...«πολίτες». Μια άλλη πάλι ομάδα ανθρώπων της βενετικής περιφέρειας, όπως προκύπτει από τις πηγές του 17ου και 18ου αιώνα, οι φερόμενοι ως civili, επειδή ξεχώριζαν από τους ποπολάρους ως προς την πολιτισμένη κατάσταση που συναντάται σε πόλη, επιθυμούσαν διακαώς να εισέλθουν στη θεσμοθετημένη τάξη των τσιταντίνων. Οι civili, τυπικά ανήκαν στην τρίτη θεσμοθετημένη τάξη (terzo ordine). Ωστόσο, ως νέοι άνθρωποι με νομικές ή ιατρικές σπουδές, επιχειρηματίες και άλλοι, που ζούσαν σ’ ένα επίπεδο αρκετά υψηλό, δεν ανέχονταν να θεωρούνται ποπολάροι. Γι’ αυτό ζητούσαν από τη Γερουσία να τους αναγνωρίσει ως ordine civile και να τους εκχωρήσει προνόμια παρόμοια με των τσιταντίνων. Σε μερικές περιπτώσεις, που είχα την ευκαιρία να μελετήσω, η αναγνώρισή τους, με λιγότερο κατοχυρωμένα προνόμια από αυτά που είχαν ζητήσει, επιτεύχθηκε. Πρόθεσή τους ασφαλώς ήταν σε μεταγενέστερο χρόνο να επιτύχουν την εισδοχή τους στη θεσμοθετημένη τάξη των τσιταντίνων και να συμπεριφέρονται, όπως εκείνοι, σαν ευγενείς. Με την κατάλυση του βενετικού κράτους το 1797 σ’ όλα αυτά τα όνειρα τέθηκε ένα τέλος (ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., σ. 295-320).

4. REGNO
    Η Βενετία, στη διάρκεια της κυριαρχίας της στην Κρήτη (1204-1669) και την Κύπρο (1489-1571), ανατρέχοντας στην ιστορία αυτών των δύο μεγάλης σημασίας κτήσεων – στην απώτατη της Κρήτης (Η Κρήτη στην εποχή του μινωικού πολιτισμού [από τον μυθικό βασιλιά Μίνωα] πιθανώς ήταν οργανωμένη σε πόλεις-κράτη [περίοδος μέγιστης ανάπτυξης: πρώτο μισό της δεύτερης χιλιετίας π.Χ.]), στην πριν από το 1478 της Κύπρου (Στο βασίλειο της Κύπρου της γαλλικής δυναστείας των Λουζινιάν [1192-1489]) – σεμνυνόταν ότι περιέλαβε στην επικράτειά της τα δύο αυτά «βασίλεια» (regni) (F. BASILICATA, Regno di Candia. Atlante geografico di - - 1618, ripr. facs. del condice conservato al Museo Correr di Venezia, commento di D. Calabi, Venezia, Marsilio, 1993∙ F. ALTOMIRA, Narrazione della guerra di Nicosia, fatta nel regno di Cipro da’ Turchi l’anno 1570, In Bologna, per Biagio Bignami Bolonese, 1571): κατ’ αυτό τον τρόπο, μπορούσε να εμφανίζεται ως ισότιμη ιεραρχικά με τα μοναρχικά κράτη της Ευρώπης. Μετά την απώλεια των δύο παραπάνω νησιών, στη διάρκεια της τριαντάχρονης κυριαρχίας της στην Πελοπόννησο (1685-1715), στο «Regno della Morea», όπως την ονόμαζαν οι Βενετοί, χρησιμοποιώντας τον εντυπωσιακό όρο regno και προβάλλοντας την ενδοξότερη αρχαία ιστορία της χερσονήσου, ήθελε να εξάρει τη μεγάλη σημασία αυτής της κατάκτησης και να εμφανιστεί εκ νέου ως αξιόλογη ευρωπαϊκή δύναμη (V.M. CORONELLI, Memorie istoriografiche del regno della Morea, riacquistato dall’armi della ser.ma repubblica di Venezia, di quello di Negroponte, e de’litorali, In Venezia, Ruinetti, 1688. Ολόκληρη η Πελοπόννησος δεν υπήρξε ποτέ, σε καμιά περίοδο της ιστορίας της, ένα βασίλειο. Μόνο πόλεις όπως το Άργος, η Σπάρτη, η Πύλος κ.ά. στην εποχή του μυκηναϊκού πολιτισμού [δεύτερο μισό της δεύτερης χιλιετίας π.Χ.] ήταν βασίλεια).
Η Εύβοια μετά τον καρακερματισμό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας το 1204, περιήλθε σε δυτικούς φεουδάρχες. Η Βενετία διατηρούσε  δικούς της εμπορικούς σταθμούς. Το μεγάλο αυτό νησί κατά μήκος των ακτών της ανατολικής Στερεάς κατάλαβαν οι Οθωμανοί -το τελευταίο οχυρό της, τη Χαλκίδα- το 1470. Στη διάρκεια του 6ου βενετοτουρκικού πολέμου, ιδιαίτερα το 1687, με εντολή του βενετού αρχιστρατήγου Francesco Morosini, μάταια επιχειρήθηκε η εκπόρθηση του φρουρίου. Η Εύβοια και η Χαλκίδα στις βενετικές πηγές φέρονται με το ίδιο όνομα ως Negroponte, στις τουρκικές ως 

Eğriboz.


Γιάννης Γιαννόπουλος
(Στις 4/5/2022 προστέθηκε η τελευταία παράγραφος για την Εύβοια)