Κυριακή 27 Μαρτίου 2016










ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ (ΤΟΠΙΚΗ) ΙΣΤΟΡΙΑ*       

1. Οι δύο οικουμενικές οικολογικές κρίσεις

Δύο φορές στην ιστορία του πλανήτη μας απειλήθηκε η οικολογική ισορροπία του: στους ρωμαϊκούς χρόνους και στην εποχή μας. Μόνο  που τότε η ρωμαϊκή οικουμένη δεν ήταν όπως σήμερα όλη η γη, ολόκληρο το κλειστό πλανητικό οικοσύστημα. Η σύγχρονή μας οικολογική κρίση είναι απείρως απειλητικότερη. Και δεν είναι επιτρεπτό να μένουμε άπρακτοι με την προσδοκία ενός νέου μεσαίωνα, όπως εκείνου που επακολούθησε μετά τη ρωμαϊκή κατάρρευση, για να γεννηθούν οι νέες αξίες, οι νέοι θεσμοί και να σημάνει η έλευση μιας νέας εποχής για την ανθρωπότητα[1]. Καθώς ο κίνδυνος ολικής καταστροφής είναι ορατός, η ευαισθητοποίηση και η ανάληψη δράσης είναι μια υπόθεση που αφορά όλους μας.

             

2. Η συνειδητοποίηση του παρόντος

μέσα από τη σπουδή του παρελθόντος  

    Η οικολογία, το νέο αυτό πολυεπιστημονικό γνωστικό αντικείμενο, καταγράφει τα προβλήματα, τα αναλύει και προτείνει λύσεις. Ωστόσο, δεν αρκεί μόνο η γνώση για να διαμορφωθεί μια νέα οικολογική συνείδηση. Τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά. Οι άνθρωποι των πόλεων, γενικά, και ειδικότερα οι νέοι, αποπροσανατολισμένοι, έχουν αποδεχτεί τα περιβάλλο­ντα που τους φιλοξένησαν στις πρώτες εμπειρίες τους: τις πλατείες, τις καφετέριες, τις ντισκοτέκ και τους άλλους τόπους συνάντησης και ψυχαγω­γίας. Και όταν ακόμη αφήνουν την πόλη, μεταφέρουν στην ύπαιθρο τις συνήθειές τους. Αλλά και οι άνθρωποι της υπαίθρου από ακατανίκητη έλξη για τη ζωή των πόλεων, αυτή τη ζωή υιοθετούν. Η πολιτισμική έκφραση των πόλεων αποτελεί την ηγεμονική αντίληψη που παράγει και αναπαράγει τον αλλοτριωμένο σήμερα άνθρωπο των πόλεων. Παρά τις οικολογικές διακηρύξεις, καθημερινά με τις πράξεις μας συμβάλλουμε στην οικολογική κρίση: σπαταλούμε και καταστρέφουμε τους φυσικούς πόρους, είμαστε αλόγιστα καταναλωτικοί, αγοράζουμε επιβλαβή προϊόντα, αποθέτουμε τα σκουπίδια μας οπουδήποτε και η στάση μας, σε τελευταία ανάλυση, οικολογικά είναι σχεδόν απολιτική. Σε εποχή, που από παντού έρχονται τα μηνύματα ότι η κατάσταση είναι πια δύσκολα αναστρέψιμη, δεν υπάρχουν βεβαιότητες, μόνο προσπάθειες που κι αυτές μπορούν να αμφισβητηθούν.

Η νέα συνολική ιστοριογραφία δεν αγνοεί το περιβάλλον, έχει κατανοή­σει από καιρό ότι οι πολιτισμοί ακουμπούν στη γη. Και προσφέρει, μέσα από την ετερότητα του παρελθόντος, τη δυνατότητα να συνειδητοποιή­σουμε το παρόν και να το υπερβούμε ή, τουλάχιστο, να μειώσουμε την ένταση που υπάρχει ανάμεσα στην ελευθερία και στην αναγκαιότητα. Κατά συνέπεια, το παρελθόν, η συλλογική μνήμη, όλη δηλαδή η παρελθούσα εμπειρία, γίνεται ο προνομιακός τόπος, για να ατενίσουμε από αυτόν το παρόν και να επιχειρήσουμε να απελευθερωθούμε από καταστάσεις που μας έχουν επιβληθεί ή από δική μας αβελτηρία είχαμε αποδεχθεί.

Ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν υπάρχει μια αμφίδρομη σχέση: από το παρόν, δηλαδή από τη σύγχρονή μας εμπειρία και με τις σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους, επιχειρούμε να αναλύσουμε και να εξηγήσουμε το παρελθόν. Και αντίστροφα: από το παρελθόν, που συνιστά το διαφορετικό στην πολλαπλότητά του, επιδιώκουμε να κατανοήσουμε το παρόν με την ελπίδα να αλλάξουμε νοοτροπία, προκειμένου με αποφασιστικότητα να σχεδιάσουμε καλύτερα το μέλλον. Αυτή η σχέση μας με την ιστορία και την ιστοριογραφία – επομένως και με η διδασκαλία της – παίρνει ιδιαίτερο νόημα και αξία, αν είναι όντως συνειδητή. Η ιστορία και η ζωή μας δεν μπορούν να είναι δύο διαφορετικά πράγματα σε αναντιστοιχία.



3. Η οικοϊστορία

   Η σύγχρονη ιστοριογραφία, χάρη και στη γόνιμη συνεργασία της με τις επιστήμες του ανθρώπου, τη γεωγραφία, την πολιτική οικονομία, την κοινωνιολογία, τη δημογραφία, την πολιτική επιστήμη, την κοινωνική και πολιτισμική ανθρωπολογία, την επιστήμη του πολιτισμικού φαινομένου, τη συλλογική ψυχολογία, διευρύνει το πεδίο της και πλουτίζει τις μεθό­δους ιστορικής ανάλυσης. Αυτή η ανανεωμένη ιστοριογραφία έχει δυνατό­τητες πολλαπλής προσέγγισης του αντικειμένου της.
   Θα σταθούμε εδώ σε ιστορικά έργα που έχουν  άμεσα σχέση με το θέμα μας, που επισημαίνουν τους ζωτικούς και επαναλαμβανόμενους δεσμούς του ανθρώπου με το περιβάλλον το οποίο ο ίδιος έχει διαμορφώσει σ’ όλη τη διάρκεια της παρουσίας του πάνω στη γη. Σ’ αυτά τα έργα, αρχικά, εξετάζονται οι στοιχειώδεις και πρωταρχικές σχέσεις με τα εδάφη, το κλίμα, τα φυτά, τον πληθυσμό των ζώων, τις ενδημίες κτλ.
   Ένα από αυτά τα έργα – το σημαντικότερο του αιώνα μας – είναι Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φίλιππου Β΄ της Ισπανίας (δεύτερο μισό του 16ου αιώνα) του Fernand Braudel που εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 1949 και σε ελληνική μετάφραση τη δεκαετία του 1990[2]. Με τη Μεσόγειο ο Braudel, στον πρώτο τόμο, πρώτιστα επιχειρεί να εξιχνιά­σει τα προβλήματα που θέτει ο χώρος και να τα μελετήσει στα όρια της γεωγραφίας και της ιστορίας. Με μια τέτοια οπτική ο χώρος γίνεται πηγή εξήγησης. της ιστορίας. Με τη Μεσόγειο εγκαινιάζεται ένα νέο είδος ιστο­ρίας, η γεωιστορία.
    Ο μαθητής του Braudel και διάδοχός του στο Collège de France, o Emmanuel Le Roy Ladurie, έγραψε το 1975 το Montaillou την ιστορία γύρω στο 1300 αυτού του οξιτανικού χωριού 200-250 κατοίκων στα γαλλικά Πυρηναία, στο οποίο, εξετάζοντας μια μικρή κοινωνία στη σχέση της με το περιβάλλον, δημιουργεί το παραπλήσιο ιστοριογραφικό είδος που από τότε ονομάζεται οικοϊστορία. Το  Montaillou, βιβλίο 650 σελίδων[3] στην ελληνική έκδοση, χωρίζεται σε δύο μέρη, από τα οποία το πρώτο – το σχετικό με το θέμα μας – επιγράφεται ‘‘Οικολογία του Μονταγιού: το σπίτι και ο βοσκός’’. Τα εφτά κεφάλαια του πρώτου αυτού μέρους έχουν τους ακόλουθους τίτλους:

       1.  Φυσικό περιβάλλον και εξουσίες

       2. Το σπίτι - οικογένεια : domus, ostal

       3. Ένας κυρίαρχος οίκος : Οι Crergue

       4. Οι μικροί χωρικοί : Pierre Maury, ο καλός χωρικός

       5. Οι μεγάλες νομαδικές μετακινήσεις

       6. Εθνογραφία των πυρηναϊκών προβάτων

       7. Νοοτροπία των βοσκών

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι η ιστορία, ως ένα σημείο, έχει κοινά ενδιαφέροντα με τη γεωγραφία. Από τον προσδιορισμό του πεδίου της τελευταίας μπορεί εύκολα να φανεί η σχέση της. Σύμφωνα με τον ιταλό γεωγράφο Lucio Gambi (1920-2006), με το όνομα γεωγραφία νοούνται τρεις κατ’ ουσίαν αυτόνομες επιστήμες:
α) Η φυσική γεωγραφία που περιγράφει και εξηγεί τα φυσικά  φαινό­μενα της γης,
β) Η οικολογία που εξετάζει την εγκατάσταση και προσαρμογή στη γη των όντων με οργανισμό και
γ) Η ανθρωπογεωγραφία που την ενδιαφέρουν οι γνώσεις τις οποίες ο άν­θρωπος απέκτησε για τη γη και για την οικονομική οργάνωσή της[4].
Τη μεγάλη σημασία εξάλλου που έχουν οι γεωγραφικές πηγές για την ιστορία έχει επισημάνει, σ’ ένα άλλο του έργο, ο Fernand Braudel: «Η γη, υποστηρίζει, είναι καταδικασμένη να διασώζει το ίχνος των παλαιών κατα­λοίπων. Με λίγη προσοχή ή κάποια αυταπάτη, το περιβάλλον ξαναπαίρνει τα χρώματα του χτες και στις πόλεις και στις αναρίθμητες πεδιάδες όπου ο σύγχρονος κόσμος δεν έχει ακόμη μεταμορφωθεί ολότελα. Το παρελθόν ζει σε πολλά μέρη»[5]. Πράγματι η γη, το οικοσύστημα, ο κοινωνικός χώρος με τις επάλληλες διαστρωματώσεις μακράς διάρκειας προσφέρουν δυνατότη­τες ιστορικής προσέγγισης συχνά πιο πλούσιες από τις αρχειακές πηγές. Ένα πλήθος από τοπία φέρουν τη σφραγίδα του ανθρώπου και μας πληρο­φορούν για τρόπους ζωής και θανάτου, για σύνολα κανόνων που προσδιο­ρίζουν θεμελιακές σχέσεις ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, σε άντρες και γυναίκες, σε φίλους και γείτονες ή μας αποκαλύπτουν τοπικές συνήθειες. Οικισμοί, καλλιεργημένοι αγροί, λιβάδια, ακαλλιέργητες ή δασοσκεπείς εκτάσεις, δρόμοι κτλ., δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή των ανθρώπων στο παρελθόν. Ακόμη και από το αυτοκίνητο μπορούμε να τα διακρίνουμε ταξιδεύοντας. Γι’ αυτό να προτιμάμε τις δευτερεύουσες οδούς, τις πιο ωραίες του κόσμου, που παρακολουθούν το ανάγλυφο. Και να σταματάμε συχνά. Παντού υπάρχουν πιθανότητες να ανακαλύψουμε σύμβολα, τα οποία προδίδουν νοοτρο­πίες, δοξασίες, κοινωνική διάκριση, επαγγελματική ιδιότητα. Για παρά­δειγμα, λίγα χιλιόμετρα από την Αθήνα, στις Ερυθρές (άλλοτε Κριεκούκι) με κεραμίδια όρθια κολλημένα στις στέγες των σπιτιών δηλωνόταν ο αριθμός των ανύπαντρων κοριτσιών μιας οικογένειας. Όταν δεν κατα­νοούμε όλα αυτά, ας ρωτάμε τους γεροντότερους του τόπου. Στη μνήμη τους είναι καταγεγραμμένα και λειτουργούν ακόμη τα σύμβολα του παρελθόντος.

4. Τοπική ιστορία και σχολείο
Όταν μας ρωτούν για τον τόπο της καταγωγής μας, ας μην αναφέ­ρουμε το νομό ή την επαρχία ή την πρωτεύουσά τους. Να δηλώνουμε το ίδιο το χωριό της προσωπικής ή οικογενειακής προέλευσής μας και να μιλάμε απλά και με σεβασμό γι’ αυτό, χωρίς ντροπή ή υπερβολές. Κρύβοντας την καταγωγή μας, περιφρονούμε ένα μεγάλο μέρος της προσωπικής, οικογενειακής και συλλογικής μας ταυτότητας. Το χωριό ή η συνοικία μιας πόλης, στην οποία εμείς και/ή οι γονείς μας γεννηθή­καμε, χάρη στις δικές μας παραστάσεις ή έμμεσα από τις διηγήσεις, συμπεριφορές, γλωσσικό ιδίωμα, εκδηλώσεις των γονέων μας, έχει θρέψει το ιστορικό μας ασυνείδητο. Σε μια εποχή, όπως η δική μας, με τις τόσες τεχνικές δυνατότητες, η ετεροκαθοριζόμενη μαζική παραγωγή πολιτισμικών αγαθών μας απομακρύνει από το δικό μας πολιτισμικό, με συνέπεια την αλλοτρίωση και τη μαζικοποίησή μας. Αν δεχθούμε την άποψη αυτή, η μελέτη της τοπικής ιστορίας, σε επιστημονικό και σχολικό επίπεδο, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Έρχεται να μας επανασυνδέσει με το παρελθόν μας, γιατί θα ήταν οδυνηρό να μείνουμε χωρίς μνήμες. Η σπουδή του τοπικού σε επίπεδο χωριού, συνοικίας, κωμόπολης, πόλης ή μικρής πολιτισμικής περιοχής, χάρη στα κοινά στοιχεία πολιτισμού, σκοπό έχει την κατανόηση του δικού μας κόσμου και της ιστορίας του. Αυτού του είδους οι έρευνες τοπικής ιστορίας μπορούν να πραγματοποιούνται στο σχολείο από το σύνολο των μαθητών ενός τμήματος σε ώρες του σχολικού προγράμματος ή σε ώρες έξω από αυτό από ομάδα μαθητών διαφορετικών τμημάτων που έχουν επιλέξει αυτή τη δραστηριότητα. Ειδικότερος για να αναλάβει την πρωτοβουλία είναι ο ιστορικός. Στην επιτυχία, ωστόσο, του προγράμματος μπορούν να συμβάλουν ο γεωγράφος, ο φυσιογνώστης, ο βιολόγος, ο μαθηματικός, ο μουσικός, ο καθηγητής των καλλιτεχνικών μαθημάτων και των ξένων γλωσσών ή και άλλοι. Όλοι τους έχουν να προσφέρουν πολλά, όπως γνώσεις γεωγραφίας, της χλωρίδας και πανίδας, του μικροκλίματος. Επίσης, μπορούν να συμβάλουν στην ανάγνωση χαρτών και στην εκπόνηση νέου χάρτη της περιοχής, στην επεξεργασία στατιστικών δεδομένων (δημογραφικών, οικονομικών κτλ.), στην κατανόηση της τοπικής μουσικής, λαϊκών έργων ζωγραφικής κτλ. Η ομάδα αυτή μάλιστα μπορεί ακόμη να ενισχυθεί με τοπικούς λογίους και καλλιτέχνες, με μέλη οικολογικών ομάδων, με γεωπόνο, δασολόγο, αρχιτέκτονα, τοπογράφο μηχανικό, κοινωνιολόγο, οικονομολόγο, νομικό, γιατρό. Το σχολείο οφείλει να ανοιχτεί προς τα έξω, να γίνει αυτό που δεν είναι, αυτό που οφείλει να είναι.

5. Πηγές της τοπικής ιστορίας
α) Γεωγραφικές και υλικές: Το έδαφος, το υπέδαφος, τα δάση, οι πηγές, η ροή των νερών, το κλίμα, τα ζώα, τα σπίτια, οι δρόμοι, οι αγροί, τα βοσκο­τόπια, τα σκεύη, τα χειροτεχνήματα, τα ενθύμια, τα εργαλεία, τα εργαστή­ρια, οι βιοτεχνίες, οι βιομηχανίες, τα εμπορικά, τα κοινοτικά και δημόσια καταστήματα, οι δημόσιοι χώροι. Όλα αυτά με την ιστορία τους αποτε­λούν την πρώτη ύλη.
β) Προφορικές. Συνεντεύξεις από ανθρώπους κάθε ηλικίας, λιγότερο και περισσότερο μορφωμένους, με βάση ερωτηματολόγιο που έχει συνταχθεί προσεκτικά για να καλύψει σφαιρικά όλα τα επίπεδα της ιστορι­κής γνώσης.
γ) Γραπτές: αρχειακές (κοινοτικές, ενοριακές, συμβολαιογραφικές, σχο­λείων κτλ.) και ιδιωτικές (επιστολές, φωτογραφίες κτλ.)
δ) Εικαστικές (τοιχογραφίες, φορητές εικόνες, ξυλόγλυπτα τέμπλα κτλ., αρχιτεκτονικές προτιμήσεις).
 Επίσης, διδάσκοντες και διδασκόμενοι αναζητούν τη σχετική με την περιοχή βιβλιογραφία και ακολουθεί η κριτική των πηγών (προφορικών και γραπτών) και της βιβλιογραφίας: επισημαίνε­ται η ανακρίβεια, η ιδεολογική φόρτιση, η τοπικιστική υπερβολή κτλ.

6. Η επεξεργασία του τοπικού ιστορικού υλικού

Για να γνωρίσουμε τον τόπο μας, οφείλουμε να ερευνήσουμε, ξεκινώ­ντας από το παρόν και φτάνοντας στις απώτερες ρίζες του, όλα τα επίπεδα της τοπικής ιστορίας και τις αμοιβαίες εξαρτήσεις τους: Ο χώρος, το κλίμα, τα σπίτια, οι αγροί, τα συστήματα καλλιέργειας, τα δάση, φυτά ντόπια και ξενόφερτα, τα ζώα, τα εργαλεία, τα σκεύη, οι αγροτικές, τεχνικές και εμπορικές δραστηριότητες, η ιδιοκτησία, τα εισοδήματα, οι δρόμοι, η σύνθεση της οικογένειας και των κοινωνικών ομάδων, το μέγεθος και η εξέλιξη του πληθυσμού (απόλυτος, κατά φύλο, ηλικία, επάγγελμα, εκπαίδευση), η ηλικία του γάμου, ο αριθμός των γεννήσεων, οι ασθένειες, ο μέσος όρος ζωής, οι αιτίες θανάτου. Τα ταξίδια, η μετανάστευση. Τα φαγητά, τα ποτά, η ενδυμασία, η κατοικία. Η κοινοτική, κρατική και εκκλησιαστική οργάνωση, η είσπραξη των φόρων, η δημόσια τάξη, η απονομή της δικαιοσύνης, οι υπηρεσίες, τα σχολεία, τα νοσοκομεία κ.ά. ιδρύματα. Η θρησκευτική ζωή, οι λαϊκές πίστεις, οι μύθοι, τα τραγούδια, οι γιορτές, οι τελετές, τα πανηγύρια, ο εργάσιμος και ο χρόνος της σχόλης. Το γλωσσικό ιδίωμα, οι αντιλήψεις, οι συμπεριφορές, οι ανθρώπινες σχέσεις. Όλη η καθημερινή ζωή. Κατά τη συγκέντρωση και επεξεργασία του παραπάνω υλικού: α) Διακρίνουμε ποια από αυτά έρχονται από πολύ παλιά, σχετικά παλιά ή είναι πρόσφατα. Ιδιαίτερα επιμένουμε να διακρίνουμε αυτά που δεν έχουν αλλάξει, που αντέχουν στον χρόνο. α) Επισημαίνουμε τις μεταβολές και, κατά το δυνατόν, το πότε επήλθαν. β) Διακρίνουμε τις ενδογενείς και εξωγενείς αιτίες των μεταβολών. γ) Εντοπίζουμε τι επενδύεται στη γη (χρήμα, εργασία) ή σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες, ποια η απόδοση, το ετήσιο εισόδημα. δ) Εντοπίζουμε ποιες κοινωνικές και ηλικιακές ομάδες συμβιώνουν με το παλιό και ποιες αποδέχονται το νέο, πόσο έχει εισχωρήσει στον τόπο ο νεωτερισμός στην τεχνολογία, στην ενδυμασία, στα ήθη, στις αντιλήψεις. ε) Ανακαλύπτουμε τη φύση, τα χρώματα, τις οσμές, τις συλλογικές δράσεις του παρελθόντος. στ) Αποφεύγουμε να εξωραΐζουμε το παρελθόν, δεν κρύβουμε καταστάσεις, όπως τη σκληρή εργασία ή τη φτώχεια, δεν μένουμε χωρίς λόγο προσκολλημένοι σ’ αυτό. Εισάγουμε βαθμιαία τους μαθητές σε έννοιες όπως κλειστή οικονομία, οικονομία της αγοράς κτλ., μεταβαίνοντας σταδιακά από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο. Η γνωριμία με την τοπική ιστορία διευκολύνει την κατανόηση της απρόσωπης και απόμακρης γενικής ιστορίας.



      *  Ομιλία στην Κόρινθο στις 29 Μαΐου 1991 σε ‘‘Ημερίδα Οικολογίας’’.
      [1] Λευτέρης Σ. Σταυριανός, Η υπόσχεση του επερχόμενου μεσαίωνα, Αθήνα, 1978.
       [2] Fernand Braudel, La Méditerranée et le monde méditerranéen a l’époque de Philippe II, Paris, 1949 (ακολουθούν οι εκδόσεις β΄, γ΄ και δ΄ το 1966, 1976 και 1979, οι β΄ και δ΄ αναθεωρημένες), ελληνική μετάφραση, Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β΄ της Ισπανίας, τ. Α΄: Ο ρόλος του περίγυρου, τ. Β΄: Συλλογικά πεπρωμένα, τ. Γ΄: Γεγονότα, πολιτική, άνθρωποι, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1991, 1997, 1998.
   [3] Emmanuel Le Roy Ladurie,  Montaillou, village occitan de 1294 à 1324, Paris, 1975, ελληνική μετάφραση,  Μονταγιού, Αθήνα, Εκδόσεις του Εικοστού Αιώνα, 2008.
   [4] Lucio Gambi, Una geografia per la storia, Torino, 1973, σ. 40-41.
   [5] Fernand Braudel, L’identité de la France, τ. 1,  Paris, 1990,  σ. 27.








           ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ ΓΕΝΙΚΑ

ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΟΡΤΙΣΜΕΝΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΑ

Α΄. Ιστορικές έννοιες / όροι

1. Απλές συγκεκριμένες: εργαλεία όπως άροτρο· οικονομικές δραστηριότητες όπως σπορά· κοινωνικά υποκείμενα όπως γεωργός, έμπορος, στρατηγός.

2. Σύνθετες συγκεκριμένες: πόλη, ύπαιθρος, δρόμοι, στρατός, στόλος.

3. Αφηρημένες: οικονομία, οικονομική κρίση, φεουδαρχία, εξέγερση, επανάσταση, ριζοσπαστισμός, σύνταγμα, οικονομικός και πολιτικός φιλελευθερισμός, έθνος, κράτος, εθνικό κράτος, εθνικισμός.

Η παραδοσιακή αφηγηματική διδασκαλία δεν διέθετε χρόνο για την εξέταση εννοιών. Και στα σχολικά εγχειρίδια, αφηγηματικά διαρθρωμένα, ίσχυε το ίδιο. Στην καλύτερη περίπτωση υπήρχε κάποιο λεξιλόγιο στο τέλος του βιβλίου. Διδάσκοντες και συγγραφείς, εγκλωβισμένοι στον αφηγηματικό τρόπο εκφοράς του ιστορικού λόγου, δεν διερωτήθηκαν πόσο είναι αυτονόητες έννοιες ακόμη και του καθημερινού λεξιλογίου, όπως εργαλεία, μηχανές, γεωργία, πλοία. Ακόμη και γι’ αυτές α) από πολλούς μαθητές λείπουν οι αναγκαίες παραστάσεις και β) όλες οι έννοιες δεν έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά στον χρόνο και στον τόπο. Κατά εποχές και τόπους, π.χ., οι άνθρωποι κατασκεύασαν εργαλεία και μηχανές, που τους πρόσφεραν διαφορετικές δυνατότητες. Είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό, μεταξύ άλλων, για τη μελέτη της ιστορίας μιας κοινωνίας, να γνωρίζουμε μερικά βασικά χαρακτηριστικά αυτών των εργαλείων και των μηχανών ή των μεθόδων καλλιέργειας. Συχνά, για ολόκληρους αιώνες οι δυνατότητες αυτών των μέσων παραγωγής ήταν αξεπέραστες. Κάποια ιστορική στιγμή, ωστόσο, μια σημαντική εφεύρεση, ήταν αρκετή να φέρει τη μεταβολή, να αλλάξει για μια νέα χρονική περίοδο τα δεδομένα.

Β΄. Ιστορικές έννοιες και εκφράσεις φορτισμένες αξιολογικά


1. Αξιολογικές έννοιες:

Ιστορικοί όροι ή έννοιες με αξιολογικό φορτίο, θετικό ή αρνητικό: άριστοι, ευπατρίδες, εσθλοί (καλοί, προσηνείς, αλλά και όρος συνώνυμος του όρου άριστοι, οι της αριστοκρατίας της γης), ευγενείς, όχλος, κοσμάκης, πρωτόγονοι, βάρβαροι, ειδωλολάτρες, παγανιστές, ιθαγενείς, υπανάπτυκτοι.

2. Αξιολογικές εκφράσεις:

α) Ποιοτικές εκφράσεις, στις οποίες αντιστοιχούν ορισμένα ποσοτικά μεγέθη που αποκτούν πληρέστερη ποιοτική σημασία σε σύγκριση με άλλα ομοειδή μεγέθη της ίδιας ή κοντινής εποχής ή άλλων τόπων. Ο Emmanuel Le Roy Ladurie (Les paysans de Languedoc, Paris, 1969) αναφέρει ότι γύρω στο 1480 είναι η χρυσή εποχή για τους μισθούς στη Νότια Γαλλία. Η αξιολογική έκφραση «χρυσή εποχή» χρησιμοποιείται για να υπογραμμιστεί ένα γεγονός: Όπως διευκρινίζει, μόνο το 19% του μεροκάματου ξοδευόταν για την αγορά του ψωμιού μιας ημέρας. Η πληροφορία αποκτά μεγαλύτερη αξία σε σύγκριση με το ποσοστό 40% που έπρεπε να δαπανηθεί στο τέλος του 16ου αιώνα, για να αγοραστεί το ψωμί μιας ημέρας. Aπό τον ίδιο ιστορικό πληροφορούμαστε ότι οι μεροκαματιάρηδες έτρωγαν πολύ ψωμί. Για να εκτιμήσουμε την ποιοτική έκφραση «έτρωγαν πολύ ψωμί», προσφεύγουμε στις εμπειρίες μας και σε στοιχεία του ίδιου του Ladurie: Μια δούλα εργαστηρίου τον 16ο αιώνα έτρωγε ένα κιλό και 700 γραμμάρια ψωμί την ημέρα, ενώ την ίδια εποχή μια αστική οικογένεια κατανάλωνε κατ’ άτομο ένα κιλό την ημέρα.

β) Απλές ποιοτικές εκφράσεις όπως «κέρδισαν μεγάλη νίκη», της οποίας το μέγεθος μπορεί να εκτιμηθεί ύστερα από ανάλυση της σημασίας της και έλεγχο της οπτικής του συγγραφέα, των μεροληπτικών προθέσεών του. Ακόμη αξίζει να αναλύονται εκφράσεις, όπως «τα έκτροπα που σημειώθηκαν» το 1919 στη Σμύρνη. Η λέξη έκτροπα μεγεθύνει, σμικρύνει, συγκαλύπτει, αποτελεί εύσχημο τρόπο διατύπωσης ορισμένης συμπεριφοράς;











ΥΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ [1]



   Υλικές πηγές είναι: το έδαφος που ερευνάται στρωματογραφικά (αρχικά για να μελετηθεί η γεωλογική διαμόρφωσή του, η πανίδα και η χλωρίδα), τα απολιθώματα της γύρης των λουλουδιών (μας πληροφορούν για τη χλωρίδα και το κλίμα), οι σκελετοί ανθρώπων και ζώων, οι ξυλάνθρακες, τα εργαλεία, τα όπλα, τα σκεύη, οι μηχανές, οι οικισμοί (η διάταξή τους στο χώρο, οι συνοικίες, οι εξωτερικοί και οι εσωτερικοί χώροι των κατοικιών), οι τάφοι, οι δρόμοι.

   Εικαστικές πηγές είναι: τα έργα της αρχιτεκτονικής, γλυπτικής, ζωγραφικής, χαρακτικής κτλ. – έργα επώνυμων δημιουργών που κυρίως απευθύνονται στις élites ή παραγγέλλονται από αυτές – και τα συναφή των ανώνυμων, όσα ονομάζονται λαϊκή τέχνη.

  Τις υλικές πηγές μελετά η προϊστορία και η αρχαιολογία, ενώ τις εικαστικές η αρχαιολογία και η ιστορία της τέχνης. προς τις πρώτες ή και τις δεύτερες στρέφονται και νέοι κλάδοι όπως η ιστορία της υλικής ζωής, η γεωιστορία, η οικοϊστορία, η ιστορία των νοοτροπιών και κάθε ιστορία που θέλει να είναι συνολική: μια ερευνητική εργασία, π.χ. τοπικής ιστορίας, γενικά έργα, σχολικά εγχειρίδια.

   Οι τόσο σημαντικές στην ιστορική έρευνα υλικές και εικαστικές πηγές είναι εξίσου χρήσιμες και στη σχολική ιστορία:

   Αποτελούν το κύριο εποπτικό υλικό του μαθήματος, προσφέρουν την αμεσότητα, μας μεταφέρουν σε μια άλλη εποχή, δείχνουν τη διαφορά από άλλες εποχές και από τη δική μας. Με τους κατάλληλους διδακτικούς χειρισμούς αυξάνουν την παρατηρητικότητα, προάγουν τη συλλογιστική και κριτική μας ικανότητα, επιτρέπουν τη συναγωγή πολύτιμων ιστορικών συμπερασμάτων. Παρά τις παραπάνω προφανείς διαπιστώσεις, στα σχολικά μας εγχειρίδια οι πηγές αυτές δεν αποτελούν μέρος του διδακτικού υλικού. Απλά κοσμούν τα περιθώρια των σελίδων τους και σπανιότατα αξιοποιούνται διδακτικά. Από την ενότητα, π.χ., του κυκλαδικού πολιτισμού (τρίτη χιλιετία π.Χ.), μολονότι πρόκειται για περίοδο πριν από την εμφάνιση της γραφής, απουσιάζουν τελείως οι υλικές πηγές (εργαλεία, αγγεία, πλοία κτλ.). Αλλά και οι εικαστικές της ίδιας ενότητας, καθώς έχουν επιλεγεί με βάση τα δικά μας παροντικά αισθητικά κριτήρια, για να προβληθεί η αξία που τους αποδίδεται σήμερα, όπως η σχέση τους με την αφηρημένη τέχνη, δεν προσφέρουν τη δυνατότητα, με την ανάλυση, να κατανοηθεί καλύτερα μια άλλη εποχή. Από άλλες πάλι ενότητες συχνά απουσιάζει η λαϊκή εικαστική δημιουργία. Το ενδιαφέρον στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά στο εξαιρετικό, στο μνημειακό, στο σπουδαίο επίτευγμα. Η επιλογή εκφράζει περισσότερο τις προτιμήσεις των élites της εποχής μας. Με τον τρόπο όμως αυτό, τον κραυγαλέα μονομερή, τον ιδεολογικά ελιτίστικο, χάνεται κάθε δυνατότητα να προσεγγίσουμε τα πράγματα και από τα κάτω, εγκαταλείπεται αυθαίρετα η απαίτηση για μια συνολική πρόσληψη του ιστορικού αντικειμένου. Στα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας, επίσης, ένας οπωσδήποτε μεγάλος αριθμός προσωπογραφιών συμβάλλει στην αναπαραγωγή των στερεότυπων, εδραιώνει περισσότερο την ηγετοκεντρική αντίληψη της ιστορίας. Το πρόβλημα θα έπαυε να είναι σοβαρό, αν τις εικόνες αυτές συνόδευαν τα κατάλληλα επεξηγηματικά κείμενα, ή και ερωτήματα, που θα προσανατόλιζαν την ανάλυση στην τάξη. Και τούτο, γιατί, πέρα από τα ατομικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης μορφής, στις εικόνες αποτυπώνονται σύμβολα, πραγματικές ή φανταστικές ιδιότητες που συνάπτονται με τους ρόλους τους οποίους οι εικονιζόμενοι επωμίζονται στη διάρκεια άσκησης του αξιώματός τους. Από τη στάση, π.χ., και το ένδυμα κάθε ηγετικής προσωπικότητας και μόνο μπορεί ο προσεκτικός παρατηρητής να προχωρήσει σε ενδιαφέρουσες επισημάνσεις. Για μια τέτοια προσέγγιση, χρήσιμες μπορούν να είναι, ανάμεσα σε πολλές άλλες παρατηρήσεις, οι ακόλουθες:

   Στην αρχαία Αίγυπτο η απεικόνιση των φαραώ εξυπηρετούσε τη διαφοροποίησή τους από τα πλήθος. Με έναν άλλο τρόπο λειτουργούν τα πράγματα ως τον 4ο αιώνα π.Χ. στην αρχαία Ελλάδα: Αναπαριστάνονταν μόνο ένδοξοι άνδρες. Στην αισθητοποίηση των μορφών τους η φυσική ομοιότητα, καθώς πολλοί μάλιστα από αυτούς είχαν πεθάνει, δεν έπαιζε κανένα σπουδαίο ρόλο. Στα έργα αυτά οι καλλιτέχνες κυρίως επιδίωκαν να αποτυπώσουν φυσιογνωμικά τις διανοητικές και ηθικές ιδιότητες ανδρών που προβάλλονταν ως παραδείγματα. Στο πλαίσιο αυτής της πρακτικής η απεικόνιση του Αλέξανδρου καταλήγει να τείνει σ’ ένα γενικευμένο πρότυπο χωρίς φυσική ομοιότητα. Από την Αναγέννηση κι ύστερα τα πράγματα αλλάζουν: Άλλο νόημα αποτυπώνεται σε μια προτομή και άλλο σ’ ένα ολόσωμο πορτρέτο. Σ’ αυτές τις απεικονίσεις βασικό είναι το μέγεθος της κεφαλής και η οπωσδήποτε κεντρική τοποθέτησή της σε σχέση με το σώμα. Ενώ το ένδυμα αποτελεί ένδειξη για την κοινωνική τάξη και το πρόσωπο για τον ψυχισμό και το εσωτερικό είναι του εικονιζόμενου. Οι συμβάσεις ωστόσο αλλάζουν γρήγορά. Το πορτρέτο ως τα πόδια, που τον 16ο αιώνα προοριζόταν για τα βασιλικά πρόσωπα, το 17ο γίνεται προσιτό τους αστούς της Ολλανδίας[2].

   Ανάλογα, η εξέταση ενός αγγείου προσφέρει τη δυνατότητα, αν θέλουμε να παρακολουθήσουμε τη συλλογιστική ενός αρχαιολόγου, να εξαχθούν τα εξής συμπεράσματα:

   α) Η γραμμή και η διακόσμηση του αγγείου δίνει τη δυνατότητα της χρονολόγησής του.

   β) Η μορφή του δείχνει τον προορισμό του.

   γ) Η κατασκευή του πληροφορεί για τον τρόπο με τον οποίο έχει οργανωθεί η παραγωγή.

   δ) Η διακόσμηση και ο προορισμός ενός κυπέλλου βεβαιώνει ότι είναι προϊόν πολυτέλειας.

   ε) Η μορφή και η έλλειψη διακόσμησης ενός αμφορέα δείχνει ότι είναι αγγείο χρήσης[3].

   Αλλά όλα τα έργα της τέχνης, και αυτά ακόμη στα οποία αποδίδεται μια αισθητική καθαρότητα, όσο κι αν μερικοί επιμένουν να τα τοποθετούν έξω από το πεδίο της ιστορίας, είναι φαινόμενα που συντελούνται μέσα σ’ αυτή. Το περιεχόμενο και η μορφή των καλλιτεχνικών δημιουργημάτων συνδέονται με την εποχή τους, έχουν δηλαδή σχέση μ’ έναν οπωσδήποτε σύντομο χρόνο∙ περισσότερο όμως συνάπτονται με τη μακρά διάρκεια, την οποία ωστόσο επηρεάζουν, χωρίς να την καταργούν, οι ασυνέχειες, νέες εσωτερικές αναδύσεις, όπως και εξωγενείς επιδράσεις. Η εκδήλωση, επομένως, του καλλιτεχνικού φαινομένου δεν είναι απλή αντανάκλαση, ή δεν είναι αποκλειστικά η αντανάκλαση, μιας κοινωνίας, μιας ορισμένης κοινωνικής ομάδας ή της ίδιας της ζωής του καλλιτέχνη. Η κατανόηση και η ερμηνεία του έργου της τέχνης απαιτεί να μη μένουμε μόνο στο επίπεδο των στοιχείων που είναι περισσότερο εμφανή, αλλά να αναγόμαστε και στις ασυνείδητες – τις συχνά μακρινές – εμπειρίες του δημιουργού, οι οποίες με την αποτύπωσή τους στο έργο του τροποποιούν το νόημά του και αλλοιώνουν την εικόνα του. Η ύπαρξη, εξάλλου, και ο τρόπος ανάδυσης αυτής της βαθιάς δομής προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό και την καλλιτεχνική αξία του δημιουργήματος, όπως βέβαια και η έλλειψή της ή η επίπλαστη παρουσία της[4].

   Οι παρατηρήσεις οι οποίες στηρίζονται στην ευαισθησία δεν είναι αρκετές. Ιδιαίτερα οι συγγραφείς σχολικών εγχειριδίων αλλά και οι διδάσκοντες κατά την προετοιμασία των μαθημάτων τους, οφείλουν να προσφεύγουν στη βιβλιογραφία. Με την παράθεση αποσπασμάτων από συγγραφείς διαφορετικών ερμηνευτικών τάσεων, είναι δυνατόν να επισημαίνονται και οι θεωρητικές, ιδεολογικές και μεθοδολογικές διαφορές τους, να γίνονται, επομένως, κάποιες πρώτες αρχικά ή και ωριμότερες αργότερα προσεγγίσεις.

   Για τη διαμόρφωση της σκέψης μας, εξάλλου, χρήσιμη είναι και η γνωριμία μας με την εικονογραφική-εικονολογική μέθοδο του γερμανού ιστορικού της τέχνης Erwin Panofsky (1892-1968) που εδώ και πολλές δεκαετίες έχει αναδειχθεί σε βασικό ερμηνευτικό μοντέλο[5], το οποίο, κατά μία άποψη, συνδέεται, σε σχέση με άλλα, στενότερα με την ιστορία[6]. Σύμφωνα με αυτή τη μέθοδο, το έργο της τέχνης προσεγγίζεται βαθμιαία σε τρία στάδια, τα εξής:

   α) Προεικονογραφική περιγραφή. Στο πρώτο αυτό στάδιο με την πρακτική πείρα, την εξοικείωση με αντικείμενα και περιστατικά, αναγνωρίζονται τα φυσικά θέματα – αλλιώς καλλιτεχνικά μοτίβα – του έργου της τέχνης. Επισημαίνονται φυσικές μορφές (γραμμές, χρώματα, όγκοι από πέτρα και μέταλλο) ως αναπαραστάσεις φυσικών αντικειμένων (ανθρώπων, ζώων, φυτών, σπιτιών κτλ.), προσδιορίζονται μεταξύ τους σχέσεις, ενδεχομένως διατυπώνονται υποθέσεις για το τι εκφράζουν συναισθηματικά, διακρίνονται εκφραστικές ιδιότητες, π.χ., ο πένθιμος χαρακτήρας μιας στάσης ή μιας χειρονομίας. Η διερεύνηση αυτή συμπληρώνεται με συγκεκριμένες γνώσεις από την ιστορία του ύφους.

   β) Εικονογραφική ανάλυση. Στο δεύτερο στάδιο, στο έργο της τέχνης εντοπίζονται συγκεκριμένα θέματα ή έννοιες που εκφράζονται με εικόνες, ιστορίες και αλληγορίες – οι τελευταίες είναι προσωποποιημένες ή / και συμβολικές παραστάσεις – και προσδιορίζεται η συμβατική σημασία του θέματος. Για παράδειγμα η παράσταση μιας γυναίκας με ροδάκινο αποτελεί προσωποποίηση της Φιλαλήθειας ή, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο γερμανός ζωγράφος Άλμπρεχτ Ντύρερ (1471-1528), «κλειδί σημαίνει εξουσία, πουγκί σημαίνει πλούτος». Στην περίπτωση που υπάρχει συμβατικό θέμα, η εικονογραφική ανάλυση προϋποθέτει εξοικείωση με τις γραπτές πηγές της ιστορικοφιλολογικής παράδοσης, π.χ., με τη μυθολογία ή τις γραφές. Για τον κόσμο της χριστιανικής παράδοσης, ο συγκεκριμένος αριθμός ατόμων γύρω από ένα τραπέζι ανακαλεί στη μνήμη τον μυστικό δείπνο. Συχνά όμως οι διαπιστώσεις δεν είναι τόσο εύκολες και απαιτείται έρευνα. Επίσης η ανάλυση σ’ αυτό το στάδιο προϋποθέτει εξοικείωση με την ιστορία των τύπων: εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο, σε διαφορετικές εποχές, αντικείμενα και περιστατικά εκφράζονται με μορφές.

   γ) Εικονολογική ερμηνεία. Στο τρίτο στάδιο κατανοείται και ερμηνεύεται το δεύτερο. Σ’ αυτό εξακριβώνονται οι εσωτερικές αρχές που αποκαλύπτουν τις βασικές τάσεις μιας χώρας, μιας περιόδου, μιας τάξης, μιας θρησκευτικής ή φιλοσοφικής αντίληψης –προσδιορισμένης συχνά ασυνείδητα από έναν καλλιτέχνη και συμπυκνωμένης σ’ ένα του έργο – προκειμένου να εντοπιστεί η πραγματική σημασία, ή το περιεχόμενο, αυτού του έργου. Με την ερμηνεία μπορεί να αποκαλύπτεται ότι ακόμη και οι ιδιαιτερότητες στην τεχνική μιας χώρας, μιας περιόδου ή ενός καλλιτέχνη αντανακλούν την ίδια βασικά στάση που μπορεί να αναγνωριστεί και σ’ όλα τα άλλα ιδιαίτερα γνωρίσματα ενός ύφους. Αντιμετωπίζοντας τις καθαρές μορφές, τα μοτίβα, τις εικόνες, τις ιστορίες και τις αλληγορίες ως εκδηλώσεις των ίδιων κατά βάση αρχών, ερμηνεύουμε όλα αυτά τα στοιχεία ως συμβολικές αξίες.

   Τώρα πια, εξετάζοντας το έργο της τέχνης, δεν περιοριζόμαστε, όπως στο δεύτερο στάδιο, σε διαπιστώσεις, αλλά προσπαθούμε να αντλήσουμε συμπεράσματα για την προσωπικότητα του καλλιτέχνη, την πολιτισμική έκφραση της εποχής ή για κάποια ειδικότερη φιλοσοφική, θρησκευτική ή άλλη αντίληψη. Το συγκεκριμένο έργο τέχνης αντιμετωπίζεται ως σύμπτωμα ευρύτερων τάσεων και τα συνθετικά και εικονογραφικά του γνωρίσματα ερμηνεύονται ως ιδιαίτερες όψεις και εκφάνσεις των τάσεων αυτών. Ο εντοπισμός και η ερμηνεία των συμβολικών μορφών – άγνωστων κατά κανόνα στον ίδιο τον καλλιτέχνη ή ακόμη και πολύ διαφορετικών από τις προθέσεις του – αποτελεί το αντικείμενο της εικονολογικής ερμηνείας που εμφανίζεται περισσότερο ως σύνθεση παρά ως ανάλυση. Με συνθετική διαίσθηση ελέγχεται ο τρόπος με τον οποίο, σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, οι γενικές και βασικές τάσεις του ανθρώπινου πνεύματος εκφράζονται με συγκεκριμένα θέματα και έννοιες, που συναποτελούν την ιστορία των πολιτισμικών συμβόλων. Ο ιστορικός της τέχνης αισθάνεται την ανάγκη να αναφερθεί στην πραγματική σημασία του έργου ή των έργων που εξετάζει σε συσχετισμό με ό,τι θεωρεί πραγματική σημασία άλλων, όσο το δυνατόν περισσότερων, πολιτισμικών εκφάνσεων που γνωρίζει, εφόσον αυτές συνδέονται ιστορικά με το συγκεκριμένο έργο και φωτίζουν πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή ποιητικές τάσεις της συγκεκριμένης προσωπικότητας, περιόδου ή χώρας. Αλλά και ο ιστορικός της πολιτικής ζωής, της θρησκείας, της ποίησης κτλ. θα πρέπει, αντίστοιχα, να αξιοποιεί με ανάλογο τρόπο τα έργα της τέχνης. Συνεπώς η αναζήτηση της πραγματικής σημασίας, ή του περιεχομένου, αποτελεί το πεδίο συνάντησης της ιστορίας της τέχνης με τις επιστήμες του ανθρώπου.





[1] Σχετικές οι μελέτες: AndrÉ Leroi-Gourhan, «Οι δρόμοι της ιστορίας πριν τη γραφή», στο Jacques Le Goff - Pierre Nora (επιμ.), Το έργο της ιστορίας, τ. 2, Αθήνα, 1983, σ. 11-26∙ Alain Schnapp, «Η αρχαιολογία», ό.π., τ. 2, σ. 71-94∙ Henri Zerner, «Η ιστορία της τέχνης», ό.π., τ. 3, Αθήνα, 1988, σ. 69-92.
[2] Zerner, ό.π., τ. 3, σ. 84-85. Για το πορτρέτο στην αρχαία Ελλάδα, βλ. Χρή­στος Καρούζος, Αρχαία τέχνη, Ομιλίες-μελέτες, Αθήνα, 2/1981, σ. 176-191: «Αρχή του ελληνικού πορτραίτου και ανάπτυξή του στον 5ο και 4ο αι. π.Χ.». Το πορτρέτο, γράφει ο Χρήστος Καρούζος (ό.π., σ. 178), ζωγραφικό ή γλυπτό, ολόσωμο, κεφάλι ή προ­τομή (ό.π., σ. 180), σύμφωνα με το Χρήστο Τσούντα και σε διάκριση από τα μυθικά κεφάλια θεών ή μυθικών προσώπων, «είναι το κεφάλι εκείνο που, βλέποντάς το, έχουμε την εντύπωση ότι τον άνθρωπο αυτό σαν κάπου να τον έχουμε συναντήσει, κάπου τον έχουμε δει στο δρόμο» (ό.π., σ. 177).
[3] Schnapp, ό.π., τ. 2, σ. 75-76.
[4] Πρβλ. Zerner, ό.π., τ. 3, σ. 71-86.
   [5] Erwin Panofsky, Μελέτες εικονολογίας, Αθήνα, 1991, σ. 23-39∙ Johann Konrad Eberlein, «Περιεχόμενο και νόημα. Η εικονογραφική-εικονολογική μέθοδος», στο Hans Belting κ.ά. (επιμ.), Εισαγωγή στην ιστορία της τέχνης, Θεσσαλονίκη, 1995, σ. 211-239, όπου και σχετική βιβλιογραφία.
   [6] Eberlein, ό.π., σ. 239.







 ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΟΝ

ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ*



1. Η οριοθέτηση παρελθόντος - παρόντος

Η διάκριση παρελθόντος - παρόντος, του άλλοτε από το τώρα, συνιστά ουσιαστικό στοιχείο, για να αντιληφθούμε τον χρόνο, και αποτελεί θεμελιακή δραστηριότητα της ανθρώπινης συνείδησης και της ιστοριογραφίας. Το παρόν, και από τη συνείδηση και από την ιστοριογραφία, δεν περιορίζεται σε μια χρονική στιγμή, η οποία, προτού προλάβουμε να τη σκεφτούμε, γίνεται παρελθόν. Ο προσδιορισμός, επομένως, της χρονικής έκτασης ή του εύρους του παρόντος, της σύγχρονης περιόδου, δεν είναι κατιτί το αυτονόητο. Εύκολα, εξάλλου, αυτό το διαπιστώνουμε αν ρίξουμε μια ματιά σε διαφορετικά γενικά έργα ιστοριογραφίας και σε σχολικά εγχειρίδια ιστορίας. Ανάλογα με την έμφαση που δίνεται, με το κριτήριο που επιλέγεται συνειδητά ή με αυτό που υπόκειται ασυνείδητα, τοποθετείται και η τομή. Στη γαλλική ιστοριογραφία, για να τονιστεί ότι με τη γαλλική επανάσταση αρχίζει μια νέα εποχή, η οποία αντιδιαστέλλεται αποφασιστικά από το παλαιό καθεστώς (ancien régime), η τομή γίνεται στο 1789. Από τότε υπολογίζεται η σύγχρονη γαλλική ιστορία. Η τομή παρελθόντος - παρόντος στην αγγλική ιστορία τοποθετείται την ίδια ακριβώς εποχή, με άλλο όμως κριτήριο, τη βιομηχανική επανάσταση, που η έναρξή της από μερικούς ιστορικούς εντοπίζεται στη δεκαετία του 1780. Εδώ το κριτήριο είναι τεχνικό / οικονομικό, καθώς η βιομηχανική επανάσταση πρόσφερε νέες, τελείως διαφορετικές, προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης με όλες τις συνέπειες. Με άλλο κριτήριο, πολιτικό αυτή τη φορά, η απαρχή της αγγλικής ιστορίας συμπίπτει με τη θεσμοθέτηση του κοινοβουλευτισμού το 1689.

Με κριτήρια ανάλογα προς εκείνα της γαλλικής ιστοριογραφίας και η ελληνική ιστοριογραφία θέτει την τομή παρελθόντος - παρόντος, με ή χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένο γεγονός, στις αμέσως πριν από το 1800 δεκαετίες, όταν με την αύξηση των οικονομικών δραστηριοτήτων νέου τύπου – εμπόριο, ναυτιλία – πραγματοποιείται το άνοιγμα προς την Ευρώπη και εκδηλώνεται το κίνημα του ελληνικού διαφωτισμού. Αλλά μπορούν να επιλεγούν και άλλες τομές σε σχέση με αυτό που θέλουμε να αποδώσουμε σε ό,τι ονομάζομε παρόν και σε κείνο που εντάσσουμε στο παρελθόν. Η επανάσταση του 1821, η γένεση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους το 1830, ο διπλασιασμός της Ελλάδας με τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913, το τέλος της μεγάλης ιδέας το 1922, η έναρξη της μεταπολεμικής εποχής το 1944, η  εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση και η απογείωση, το take off, της ελληνικής οικονομίας το 1960, ή το έτος 1974, με το οποίο εγκαινιάζεται η μεταδικτατορική περίοδος, αποτελούν τομές αυτού που εκλαμβάνουμε ως παρόν.

Στην ιταλική ιστοριογραφία δύο είναι συνήθως τα σημεία εκκίνησης της σύγχρονης  ιταλικής ιστορίας. Είτε το risorgimento, η περίοδος από τις αρχές του 19ου αιώνα ως το 1870, κατά την οποία η Ιταλία απέκτησε την ανεξαρτησία της και πέτυχε την ενοποίησή της σε εθνικό κράτος είτε η άνοδος του φασισμού στη δεκαετία του 1920. Στην τουρκική ιστορία οι τομές μπορούν να τοποθετηθούν είτε στο 1839, έτος έναρξης του tanzimat (των μεταρρυθμίσεων) είτε νωρίτερα το 1789, με την άνοδο του Σελίμ Γ΄, όταν άρχισε να εκδηλώνεται αυτή η πρόθεση, είτε αργότερα το 1922 (κυρίως τότε), όταν διαλύεται η οθωμανική αυτοκρατορία και επιχειρείται από τον Mustafa Kemal η μετάβαση από το οθωμανικό ισλαμικό ως προς την ιδεολογία του στο εθνικό τουρκικό κοσμικό κράτος. Με την ευκαιρία της αναφοράς στην ιστορία της γειτονικής χώρας, αξίζει να τονίσουμε πόσο συμβατικές είναι οι τομές στην ιστοριογραφία, αφού οι ουσιαστικές μεταβολές συντελούνται στη μακρά διάρκεια και η πάλη ανάμεσα στο παλαιό και το νέο όχι μόνο δεν παύει αυτόματα, αλλά συνεχίζεται χωρίς τα όρια να είναι σαφή. Η σύγχρονη εποχή, το παρόν, ποτέ δεν επικρατεί ολοκληρωτικά. Παρά την παρέλευση τόσων δεκαετιών από τότε που ο Kemal εκσφενδόνισε το κοράνι στη μεγάλη τουρκική εθνοσυνέλευση, το Ισλάμ επανέρχεται με άλλο πρόσωπο απαιτητικό. Πιο εντυπωσιακά, όπως είναι γνωστό, εισέβαλε το παρελθόν στο παρόν της Περσίας το 1979, όταν αυτό το έτος στη χώρα εγκαθιδρύθηκε «ισλαμική δημοκρατία».

Η τμήση του χρόνου σ’ ένα πριν και σ’ ένα μετά  δεν παύει ποτέ. Μια αντίθεση παρελθόντος - παρόντος παρατηρείται και στο ατομικό και στο συλλογικό επίπεδο. Σ’ αυτό το αντιθετικό ζεύγμα μπορούμε να προσθέσουμε και μια τρίτη διάσταση, το μέλλον. Αξίζει να δούμε πώς εξέφρασε αυτές τις τρεις χρονικότητες τον 5ο αιώνα ο Αυγουστίνος, ο συγκαταλεγόμενος στους πατέρες της δυτικής εκκλησίας. Αναγνώριζε τρεις χρονικές διαστάσεις, οι οποίες, και οι τρεις ξεκινούν από το παρόν: Το παρόν των παρελθόντων πραγμάτων, όπως αυτά τα έχουμε προσλάβει στη συνείδησή μας, το παρόν των παρόντων πραγμάτων, όπως τα ζούμε, το παρόν των μελλοντικών πραγμάτων, στο οποίο εντοπίζονται οι ανησυχίες, οι επιδιώξεις, οι προσδοκίες σε ατομικό και σε συλλογικό, κοινωνικό, εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο ή, για  τον  Αυγουστίνο, η έλευση της  δεύτερης  παρουσίας. Το παιδί τις διαστάσεις αυτές, παρελθόντος - παρόντος - μέλλοντος, τις εσωτερικεύει, αποκτώντας προσωπικές εμπειρίες. Οι δικές του αναμνήσεις είναι περισσότερο παρόν, ενώ οι αναμνήσεις των γονιών του είναι περισσότερο παρελθόν. Ο τρόπος εσωτερίκευσης των τριών χρονιοτήτων εξαρτάται, εξάλλου, από την εκδοχή, την oποία υιοθετεί μια ολόκληρη κοινωνία ή μια μικρότερη κοινωνική ομάδα σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.

Στις αρχέγονες κοινωνίες, ο άνθρωπος προσκολλάται στο παρόν και επικρίνεται, όταν κάνει σχέδια για το μέλλον. Ενώ το παρελθόν κυρίως προσλαμβάνεται ως μυθικός χρόνος και αντιμετωπίζεται θετικά ως χρυσή εποχή. Συχνά σ’ αυτές τις κοινωνίες ή σε όσες ονομάζουμε παραδοσιακές ή και στις σημερινές, στον βαθμό που το παλαιό εισβάλλει στη σύγχρονη εποχή, το παρελθόν θεωρείται παραδειγματικό. Στην ελληνική αρχαιότητα, ανάλογα, το παρελθόν εκλαμβάνεται και ως προνομιακή κατάσταση που έφθειρε η μεταβολή, με συνέπεια να αξιολογείται θετικά εις βάρος του παρόντος. Στο Βυζάντιο και στη μεσαιωνική χριστιανική Ευρώπη, το παρόν υποβαθμίστηκε και οι ελπίδες εναποτέθηκαν σ’ ένα  εσχατολογικό μέλλον. Στο μέλλον ρίχνει το  βάρος, ξεκινώντας από τον 17ο αιώνα, και η ιδεολογία της προόδου. Προς την ίδια χρονική κατεύθυνση κινείται, τον 19ο και τον 20ό  αιώνα, η επαναστατική προοπτική. Ο μαρξισμός εναπέθεσε στο ορατό μέλλον το τέλος της ιστορίας, το τέλος δηλαδή των κοινωνικών συγκρούσεων και των κοινωνικών τάξεων. Σήμερα αντιμετωπίζουμε το μέλλον με σκεπτικισμό. Δεν πιστεύουμε ότι επίκειται το τέλος της ιστορίας, της επικράτησης της αταξικής κοινωνίας. Ούτε όμως δεχόμαστε ότι με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού έχει επέλθει πια το τέλος της ιστορίας, όπως υποστήριξε ο Francis Fukuyama. Ο ιαπωνοαμερικανός φιλόσοφος πείστηκε ότι είναι πια η κατάλληλη στιγμή να θυμηθεί τον Hegel, που θεώρησε ότι με τη μάχη της Ιένας (1806) επικράτησε οριστικά ό,τι καλύτερο, το φιλελεύθερο κράτος, οπότε τίποτε δεν μένει να κερδηθεί στο μέλλον και κατά συνέπεια η ιστορία έχει τελειώσει.



2. Η σπουδή του παρελθόντος από το παρόν

Με τον προσδιορισμό, ωστόσο, στις παραπάνω σελίδες των τομών βάσει ορισμένου κριτηρίου για την οριοθέτηση παρελθόντος – παρόντος και με την εξέταση, στη συνέχεια, της στάσης των κοινωνιών απέναντι στις δύο αυτές διαστάσεις του χρόνου και απέναντι σε μια τρίτη, που είναι το μέλλον, δεν εξαντλείται το θέμα. Ενδιαφέρουσα φαίνεται και μια άλλη του πλευρά, αυτή της σπουδής  του παρελθόντος από το παρόν. Το αίτημα για την πραγμάτευση της ιστορίας από το παρόν σε πρώτη εκτίμηση μοιάζει αυτονόητη, πλεονασμός ή και παραδοξότητα, αφού έτσι κι αλλιώς ένας ιστορικός λόγος, ένας λόγος για το παρελθόν, τη στιγμή που διατυπώνεται, εκφέρεται από το παρόν. Όχι, όμως, χωρίς να ανακύπτουν σοβαρά προβλήματα. Αλλά πριν διερευνήσουμε την τυχόν θετική πτυχή αυτής της πρότασης, κρίνεται σκόπιμο να αποκλείσουμε ό,τι μπορεί να προκαλεί σύγχυση και εμποδίζει την κατανόησή της:

1. Το αίτημα της σπουδής της ιστορίας από το παρόν δεν πρέπει να συγχέεται με την αποκαλυπτική διαπίστωση ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του Benedetto Croce, όλη η ιστοριογραφία είναι παροντική. Πράγματι, η ιστορία της ιστοριογραφίας, η προσεκτική κριτική ανάλυση των έργων της, πείθει ότι η ιστοριογραφία γεννήθηκε και καλλιεργήθηκε είτε για να υπηρετήσει την εξουσία είτε από ιδεολογική πρόθεση ή γιατί ο ιστορικός έγραφε το έργο του με βάση τα διανοητικά εφόδια που του πρόσφερε ο τόπος και η εποχή του. Συχνά, οι ιστορικές πηγές συγκεντρώθηκαν για να στηρίξουν μια άποψη, τη δόξα του ηγεμονικού οίκου, για να προβληθεί μια νίκη ή για να δικαιολογηθεί η ήττα, να εξυμνηθεί η ηγετική προσωπικότητα ενός άλλου καιρού, ώστε να ανοιχθεί ο δρόμος για να συγκεντρωθεί η εξουσία σε ένα πρόσωπο. Επίσης, για να στηριχτεί ο καθολικισμός, ο προτεσταντισμός ή η ορθοδοξία, για να ενισχυθεί το κόμμα των Ουΐξ στην Αγγλία ή, ανάλογα, για να δικαιωθεί η κωνσταντινική ή η βενιζελική παράταξη στην Ελλάδα. Αυτή η ιστοριογραφία είναι παροντική, έχει δηλαδή σαφείς ιδεολογικές προθέσεις, συγκεκριμένες επιδιώξεις τη στιγμή που γράφεται. Όσοι, όμως, προβάλλουν το αίτημα για σπουδή της ιστορίας από το παρόν, αν και δεν στερούνται ιδεολογίας, δεν έχουν, όπως θα δούμε, καμιά διάθεση να υπηρετήσουν  την κατάφωρα παροντική / ιδεολογική ιστοριογραφία.

2. Ο ιστορικός που επιμένει στην εξέταση του παρελθόντος από το παρόν, επιθυμεί να διαχωρίσει τη θέση της από τη δραστηριότητα του antiqueur, αυτού που από αγάπη για τα παλιά πράγματα συγκεντρώνει παλιά χειρόγραφα και άλλα ενθύμια του παρελθόντος και γράφει για να εκφράσει τη χαρά της περιπλάνησής του σε μια άλλη εποχή. Ανάλογα αποδοκιμάζει τη σχολαστική σοφία του λογιοτατισμού, του κινήματος του γνωστού ως eruditismus. Οι λογιότατοι, οι érudits, κέρδισαν το θαυμασμό για την εμβριθή γνώση των κλασικών γλωσσών, στο μορφοσυντακτικό επίπεδο, και για τις γνώσεις παλαιογραφίας  ή και άλλων βοηθητικών επιστημών, όπως και για τα πολλά δελτία τους, τα οποία τους επέτρεπαν να οργανώνουν στα δημοσιεύματά τους μακροσκελείς παραπομπές. Όσο κι αν αυτά είναι χρήσιμα εφόδια, ωστόσο δεν είναι αρκετά, για να ικανοποιήσουν τις επιδιώξεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας, που καλείται να απαντήσει στα ερωτήματα, τα οποία βασανίζουν το στοχαστικό άνθρωπο, τον ενεργό πολίτη.

3. Η νέα ιστοριογραφία αντιτίθεται ακόμη στη χρονογραφική ιστορία, στην παραδοσιακή αφηγηματική ιστορία που συνεχίζει την παράδοση του λογιοτατισμού και εκθέτει το παρελθόν σε μια αδιάκοπη αλληλουχία γεγονότων στο επίπεδο των πηγών, διαχωρίζοντας ανυποψίαστα το παρελθόν από το παρόν. Αυτή η ιστοριογραφία αδυνατεί να παρακολουθήσει τα φαινόμενα που εκδηλώνονται πέρα από τη σύντομη χρονική διάρκεια των γεγονότων. Με μια τέτοια αντίληψη, φαινόμενα που δεν χωρούν στα στενά χρονικά όρια, όπως εν πολλοίς και στον Θουκυδίδη, μένουν αδιαπραγμάτευτα.

4. Η ανανεωμένη ιστοριογραφία του αιώνα μας αντιτίθεται και στη γνωστή τάση της σώρευσης εργασιών από τους ερευνητές με λόγια σχολαστικότητα, στη συγγραφή εργασιών, που αποβλέπουν στην επαγγελματική σταδιοδρομία, τις  οποίες  πιθανόν θα  χρησιμοποιήσει μόνο ο επόμενος ερευνητής, όταν θα ασχοληθεί με το ίδιο ή παραπλήσιο θέμα.

5. Η ανανεωμένη ιστοριογραφία του αιώνα μας αντιτίθεται και στη σχολική ιστοριογραφία, η οποία επιμένει να αφηγείται γεγονότα με χρονογραφική σειρά, καλύπτοντας σε κάθε διδακτική ενότητα έναν περιορισμένο αριθμό ετών,. Αντιτίθεται σ’ αυτή την οργάνωση του ιστορικού λόγου – γραπτού και προφορικού – που προσφέρεται δογματικά και άκριτα για απομνημόνευση, με συνέπεια η όλη αναχρονιστική διαδικασία να προκαλεί την παγερή αδιαφορία των μαθητών για  το  αντικείμενο. Είναι καιρός, όπως πολλοί υποστηρίζουν αλλά λίγοι εργάζονται προς αυτή την κατεύθυνση, να δοθεί ένα τέλος σ’ αυτή την απαράδεκτη ιστορία.

Αφού είδαμε τι αποστρέφεται η σύγχρονη ιστοριογραφία, μπορούμε να δούμε ποιο νόημα δίνει ο ιστορικός στη σπουδή του παρελθόντος, όταν επιμένει στην εξέτασή του από το παρόν. Την ανάγκη συνειδητοποίησης του παρόντος από το παρελθόν και της κατανόησης του παρελθόντος από το παρόν ιδιαίτερα επισημαίνουν οι δύο ιδρυτές του περιοδικού Annales, ο Lucien Febvre (1878-1956) και ο Marc Bloch (1886-1944). Ο Bloch αφιερώνει στο θέμα μερικές σελίδες του βιβλίου του Απολογία για την ιστορία. Το επάγγελμα του ιστορικού, το οποίο κυκλοφόρησε σε ελληνική μετάφραση το 1994, ακριβώς στα πενήντα χρόνια από τον τραγικό θάνατό του. Τον Marc Bloch, ο οποίος μπήκε στην αντίσταση το 1942, συνέλαβε η Γκεστάπο το 1944. Αφού βασανίστηκε, εκτελέστηκε μαζί με άλλα 26 μέλη της αντίστασης στα περίχωρα της Λυών. Ο Bloch θεωρεί ότι είναι αρκετά μάταιο να κουραζόμαστε να καταλάβουμε το παρελθόν, αν δεν ξέρουμε τίποτε για το παρόν. Να γράφεις για μάχες χωρίς να ξέρεις τι σημαίνει για έναν στρατό η περικύκλωση ή για έναν λαό η ήττα; Ο Bloch αποδίδει σημασία στις εμπειρίες μας. Αν δεν είχαμε, τονίζει, ζήσει τους ανθρώπους, αν δεν είχαμε  καθημερινές εμπειρίες πώς θα μπορούσαμε να ανακατασκευάσουμε το παρελθόν με τις διαφορετικές έστω αποχρώσεις; Όπως, επίσης, στρέφει την προσοχή του στο τοπίο. Για να καταλάβουμε μέσα από λίγες πηγές το χθες, για να θέσουμε με ακρίβεια προβλήματα, είναι ανάγκη, υποστηρίζει, να παρατηρήσουμε, να αναλύσουμε το σημερινό αγροτικό τοπίο. Τα βασικά του χαρακτηριστικά ανατρέχουν σε εποχές πολύ μακρινές. Ο Bloch συνιστά την αντίστροφη ανάγνωση από το καλύτερα γνωστό προς το σκοτεινό, ξεκινώντας από τα σύγχρονα προβλήματα, για να γίνει περισσότερο κατανοητό το παρελθόν και για να μην αποτελεί η ιστορία μια αδιάφορη γνώση. Τότε μόνο και ο ιστορικός θα είναι σε θέση να συμβουλεύει τον άνθρωπο της πράξης, ώστε αυτός, με τη σπουδή της ιστορίας, να αναδεικνύεται σε φορέα αποτελεσματικής γνώσης. Για τον λόγο αυτό μαζί με τον Lucien Febvre, ήρθαν σε επαφή με ανθρώπους που ασκούσαν επιχειρηματική δραστηριότητα. Η θεματολογία των Annales την πρώτη δεκαετία, η ενασχόληση με τα προβλήματα, τα οικονομικά και κοινωνικά, είναι πανταχού παρούσα. Όπως παρατηρεί ο François Dosse, το 36% των δημοσιευμάτων του περιοδικού αναφέρεται σ’ αυτά τα προβλήματα, καλύπτοντας τη μετά το 1871 εποχή, δηλαδή τα τελευταία εξήντα - εβδομήντα χρόνια πριν από την έκδοση των Annales το 1929.

Σπουδή του παρελθόντος από το παρόν σημαίνει έμφαση στα οικονομικά, περιβαλλοντικά, κοινωνικά προβλήματα, αναζήτηση πολιτισμικών και νοοτροπιακών μορφών, οι οποίες σήμερα με τις σύγχρονες επιταχύνσεις έχουν χάσει τη σταθερότητα άλλων καιρών, με συνέπεια τον κλονισμό της πολιτισμικής ταυτότητας σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Όπως παρατηρεί ο Fernard Braudel, από τον 18ο αιώνα ως τις αρχές του 20ού, ο δυτικός άνθρωπος ήταν βέβαιος για τη διάρκεια και σταθερότητα του πολιτισμού του. Δεν δεχόμαστε την ιδέα ότι αυτός ο πολιτισμός δεν υπήρξε πάντοτε. Ο σημερινός άνθρωπος δεν είναι πια πεπεισμένος ούτε για την υπεροχή της νεωτερικότητας ούτε για την υπεροχή του πολιτισμού, αυτού ο οποίος από την εφεύρεση της γραφής έχει προετοιμάσει τη νεωτερικότητα. Εκεί που ο κλασικός ιστορικός έκανε διάκριση ανάμεσα σε πολιτισμούς και βαρβαρότητες, ο σύγχρονος βλέπει διαφορετικούς πολιτισμούς εξίσου ενδιαφέροντες, για τον πλούτο και τις εμπειρίες που μας προσφέρουν. Ο κλασικός ιστορικός ελκύστηκε περισσότερο από τις ομοιότητες χάρη ενός παγκόσμιου προτύπου. Σήμερα, αντίθετα, η έρευνα των διαφορών υπερέχει από την έρευνα των ομοιοτήτων.

Με την επισήμανση των διαφορών διαπιστώνουμε ότι ολόκληρα κομμάτια από την ιστορία, που θεωρούσαμε σύγχρονη, αποκόβονται και ενώνονται με όλες τις παραδοσιακές ιστορίες, γιατί, αν και επιβιώνουν στο παρόν, ανήκουν σ’ αυτές. Αποσπώντας από το παρόν ό,τι είναι παρελθόν, υπάρχει ελπίδα να καταστήσουμε το παρόν διαφανές, να κατανοήσουμε σε ποιον κόσμο ζούμε. Εξάλλου, χωρίς τη σύγχρονη ιστορία, την οποία θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε νεωτερική εποχή με βάση την αίσθηση των διαφορών, χωρίς τη συνείδηση της νεωτερικότητας, δεν θα υπήρχαν πια διαφορές, δεν θα υπήρχε δηλαδή ιστορία και, ακόμη, δεν θα γίνονταν αντιληπτές οι μη διαφορές, δηλαδή οι μακρές διάρκειες με το ιδιαίτερο βάρος τους στην ιστορία. Δεν θα γινόταν αντιληπτό, αν και δύσκολα το δεχόμαστε, ότι είμαστε, όπως τονίζει ο Philippe Ariès, ολότελα βουτηγμένοι μέσα στην ιστορία, ότι διατρέχουμε ξανά όλες τις φάσεις αυτού του παρελθόντος. Καθώς το παρελθόν εκβάλλει στο παρόν, αυτά τα δύο, παρελθόν - παρόν, γίνονται αξεχώριστα ή τουλάχιστο βρίσκονται σε διαρκή διαλεκτική σχέση.

Παρόλο που με τη μελέτη των δομών, καταστάσεων μακράς διάρκειας, η απόσταση παρελθόντος - παρόντος ελαττώνεται αισθητά, μπορούμε, σπουδάζοντας το παρελθόν από το παρόν, να το αντιληφθούμε καλύτερα λόγω και των ιστορικών εμπειριών που μεσολάβησαν. Μπορούμε, π.χ., σήμερα να κατανοήσουμε καλύτερα τις σταυροφορίες, τη φραγκική και βενετική κατάκτηση ολόκληρων περιοχών με πυκνό ελληνικό πληθυσμό, γιατί από τότε ως σήμερα μεσολάβησε η αποικιοκρατία. Τέλος, οι δυνατότητες να εμβαθύνουμε στο παρελθόν από το παρόν έχουν αυξηθεί κατά πολύ χάρη στη νέα τεχνολογία (αναλογική και ψηφιακή φωτογράφηση στην ορατή και υπεριώδη περιοχή, υπέρυθρη ανακλαστογραφία, ακτινογραφία Roentgen, τεχνική radar, χρήση laser, ολογραφία, τεχνική υπερήχων, αναρτήσεις στο διαδίκτυο), χάρη στις σύγχρονες ιστορικές θεωρίες και μεθόδους, στο άνοιγμα προς τις κοινωνικές επιστήμες, στην προσφυγή στο εννοιολογικό οπλοστάσιό τους, στη συνακόλουθη διεύρυνση του ιστορικού πεδίου και σε σύγχρονα ιστορικά έργα, που αποτελούν παραδείγματα, για κατάκτηση της μεθοδολογίας τους, του τρόπου ανάλυσης ή που αποτελούν πρόκληση για υπέρβαση.

Αλλά και αντίστροφα η σπουδή του τώρα από το τότε, του παρόντος από το παρελθόν, η σπουδή της παρούσας κατάστασης σε σύγκριση με καταστάσεις του παρελθόντος μπορεί να οδηγεί σε βαθιές συνειδητοποιήσεις, π.χ. ως προς την επιτάχυνση που έχει λάβει η ζωή μας, το βαθμό αλλοτρίωσης, την οποία υφιστάμεθα από το κυνήγι του κέρδους, τις κοινωνικές ανισότητες παρά τα τεχνολογικά επιτεύγματα, τον καταναλωτισμό, την παθητικότητα, τις αλλαγές στα συστήματα αξιών. Η μελέτη του παρελθόντος από το παρόν μπορεί να αποβεί αποκαλυπτική για το παρόν και το μέλλον. Όπως παρατήρησε ο Michel de Certeau (1925-1986), η ιστορία είναι πάντοτε αμφίσημη, η θέση που παραχωρεί στο παρελθόν είναι, επίσης, ένας τρόπος να κάνει τόπο σ’ ένα μέλλον.

Η ιστοριογραφία, ξεπερνώντας τις ακραίες αρνητικές εκδηλώσεις είτε τη μυθοπλασία και την πολεμική είτε τις ποικίλες ιδεολογικές διαστρεβλώσεις, αποτελεί πολύτιμο πολιτισμικό κεφάλαιο. Εξάλλου, κάθε ανθρώπινη δράση δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην εμπειρία του παρελθόντος. Ο Marx είχε στηρίξει την ελπίδα της ελευθερίας μας στη γνώση των αναγκαιοτήτων. Χωρίς την ιστορική γνώση δεν μπορούμε να προσδώσουμε βάθος στην πολιτισμική μας ταυτότητα, η οποία είναι το τελείως απαραίτητο έρμα για να ζήσουμε προσωπικά και συλλογικά. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να καθορίζει με διαλεκτική κριτική ανάλυση τη σχέση παρελθόντος - παρόντος, χωρίς να προσπαθεί να αποκτήσει βαθιά και διαυγή συνείδηση του τι πρέπει να πράττει όχι ως υπήκοος αλλά ως ενεργός πολίτης αποφασισμένος να δρα μετ’ επιγνώσεως.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Arendt, Hannah, Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, Αθήνα, 1996.

Ariès, Philippe, «Histoire des mentalités», στο Jacques Le Goff κ.ά. (επιμ.), La nouvelle histoire, Paris, 21988.

Bloch, Marc, Apologie pour l’histoire ou métier d’historien, Paris, 21952 (11949), από το 2005 σε ηλεκτρονική μορφή: http://classiques.uqac.ca/classiques/bloch_marc/apologie_histoire/bloch_apologie.pdf, στην ελληνική, Απολογία για την ιστορία. Το επάγγελμα του ιστορικού, Αθήνα, 1994.

Braudel, Fernand, Écrits sur l’histoire, Paris, 1969, στην ελληνική, Μελέτες για την ιστορία, Αθήνα, 1986.

Certeau, Michel de, L’écriture de l’histoire, Paris, 1975.

Dosse, François, L’Histoire en miettes. Des ‘‘Annales’’ à la ‘‘nouvelle histoire’’, Paris, 1987, στην ελληνική, Η ιστορία σε ψίχουλα, Ηράκλειο, 1993.
   Elias, Norbert,
Über die Zeit. Arbeiten zur Wissenssoziologie II, Frankfurt a.M., 1984, αγγλική μετάφραση, Time. An Essay, Oxford, 1991, ιταλική μετάφραση, Saggio sul tempo, Bologna, 1986, ισπανική μετάφραση Sobre el tempo, Madrid, 1989.
   Fukuyama, Francis, The End of History and the Last Man, Νέα Υόρκη, 1992, ελληνική μετάφραση, Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος, Αθήνα, 1993.
 
Koselleck, Reinhart, Vergangene Zukunft. Zur Semantik geschichtlicher Zeiten, Frankfurt am Main, 1979, ιταλική μετάφραση, Futuro-Passato. Per una semantica dei tempi storici, Genova, 1968.
  Kula, Witold, «Storia ed economia: La lunga durata»,
στο Fernand Braudel (επιμ.), La storia e le altre scienze sociali, Roma, 1982, σ. 206-233 (:Annales ESC  XV/2, 1960, σ. 294-313).
  Le Goff, Jacques, Histoire et mémoire, Paris, 1988, ελληνική μετάφραση, Ιστορία και μνήμη, Αθήνα, 1998.
  L
öwith, Karl, Meaning in history, Chicago, 1949, ελληνική μετάφραση, Το νόημα της ιστορίας, Αθήνα, 1985.
  
Pitt-Rivers, Julian Alfred ( επιμ.), Mediterranean countrymen; essays in the social anthropology of the Mediterranean, Paris, 1963.
 
Tabboni, Simonetta, La rappresentazione del tempo, Milano, 21988.

Το παρόν του παρελθόντος. Ιστορία, λαογραφία, κοινωνική ανθρωπολογία. Επιστημονικό συμπόσιο (19-21 Απριλίου 2002) της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα, 2003.



* Συμμετοχή στο τριήμερο Σεμινάριο της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, που πραγματοποιήθηκε από τις 2-4 Μαΐου 1996 στην αίθουσα Αντώνη Τρίτση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων με θέμα Θεωρητικά προβλήματα και διδακτική της ιστορίας. Αφιέρωμα στον Σοφοκλή Μαρκιανό.